Σταύρος Χριστοδούλου, μιλάει στη Μάγδα Παπαδημητρίου για το «Μαύρο φλαμίνγκο»

 

Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Φωτογραφία: Μαρίνα Σιακόλα.

«Αυτή είναι η μοίρα της φυλής μας… Μια ζωή κυνηγημένοι και πρόσφυγες»

Είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω του Κύπριου συγγραφέα Σταύρου Χριστοδούλου, το «Μαύρο φλαμίνγκο», και πιστεύω πως έχω χάσει μη διαβάζοντας τα προηγούμενά του, επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη«Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός», που μιλά για ένα ακόμα «τυπικό» έγκλημα όπου εμπλέκεται το κύκλωμα της αντρικής πορνείας, που τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) 2020 και με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κύπρου για εκδόσεις του έτους 2018, και το «Τρεις σκάλες ιστορία» που μιλά για τις ανεπούλωτες πληγές της κυπριακής τραγωδίας του 1974 και εκδόθηκε το 2020. Για το «Μαύρο φλαμίνγκο» μας μιλά ο ίδιος ο συγγραφέας.

Κύριε Χριστοδούλου ευχαριστώ για τον χρόνο σας. Ένα βιβλίο-γροθιά στο στομάχι είναι το «Μαύρο φλαμίνγκο». Μυθοπλαστικά πρόσωπα, μα τόσο δυναμικά, που κινούνται με μεγάλη ευχέρεια στην πρόσφατη ιστορία. Γιατί μαύρο φλαμίνγκο;

Το μαύρο φλαμίνγκο, μοναδικό στο είδος του, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Αλυκή της Λάρνακας το 2015 και από τότε επιστρέφει κάθε χρόνο στο νησί. Έτσι φαντάστηκα και τον κεντρικό μου ήρωα: ένα αποσυνάγωγο παιδί, το οποίο πασχίζει να γίνει ορατό στο εχθρικό περιβάλλον της σύγχρονης Αθήνας των μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων.

Στο όμορφο εξώφυλλο του βιβλίου που σχεδίασαν οι εκδόσεις Καστανιώτη, μπορώ να υποθέσω ότι ο νεαρός έφηβος είναι ο Λεβάν, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου;

H φωτογραφία του Ιρλανδού RossMcDonell, που επέλεξε η Ευτυχία Λιάπη για τη σύνθεση του εξωφύλλου, αποδίδει εκπληκτικά την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ο νεαρός άντρας μπροστά στον καθρέφτη θα μπορούσε να είναι ο Λεβάν. Ένα παιδί Ποντίων από τη Γεωργία, που μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της Αθήνας προσπαθώντας να ενσωματωθεί αποτινάσσοντας τη ρετσινιά του «Ρωσοπόντιου».

Οι πρόσφυγες του ’22 ήταν στη Μικρασία Έλληνες και στην Ελλάδα Τούρκοι. Με το νίδιο ακριβώς τρόπο υποδέχτηκαν τους παλιννοστούντες από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ξεριζωμένες υπάρξεις που ενώ μεγάλωσαν ελληνικά, δεν τους δώσαμε την ταυτότητα που τόσο λαχταρούσαν. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν για τους ήρωες του βιβλίου να μην πέσουν στην παγίδα του άρρωστου εθνικισμού;

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχαμε το πρώτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης από την πρώην ΕΣΣΔ ανθρώπων που πίστευαν αφελώς ότι στην Ελλάδα θα έβρισκαν μια δεύτερη πατρίδα. Σαν να μην έφτανε ότι έπρεπε να δώσουν τον σκληρό αγώνα της επιβίωσης και με έκπληξη ανακάλυψαν ότι η ελληνικότητά τους δεν ήταν τόσο αυτονόητη όσο εκείνοι πίστευαν. Ο Λεβάν μεγάλωσε σε μια πόλη που τον αντιμετώπιζε ως Ρώσο, αναζητώντας απελπισμένα ταυτότητα. Ο εθνικισμός, με ό,τι τοξικό κουβαλά ως ιδεολογία, αποδείχτηκε το διαβατήριο του σε ένα σκοτεινό κόσμο όπου εντέλει αισθάνθηκε συμβατός. Το βιβλίο βεβαίως δεν κάνει γενικεύσεις, αλλά αναπαράγει μια όψη της κοινωνικής πραγματικότητας η οποία ευνόησε τέτοιου είδους συμπεριφορές. Προφανώς αυτό δε χαρακτηρίζει συνολικά τους πρόσφυγες κι ας υπήρξαν θύματα σκληρού ρατσισμού.

Ταξιδεύετε στις χώρες όπου διαδραματίζονται τα βιβλία σας;

Ναι, αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη δουλειά μου. Ο τόπος αποτελεί τον αθέατο πρωταγωνιστή των βιβλίων μου γι’ αυτό κι εγώ έχω την ανάγκη να βρω τα πατήματα των ηρώων μου εκεί όπου πορεύτηκαν. Από το πρώτο μου βιβλίο κιόλας, το «HotelNational», υιοθέτησα αυτή τη μεθοδολογία έρευνας αναζητώντας ίχνη της εποχής Τσαουσέσκου στο Βουκουρέστι. Στη συνέχεια ταξίδεψα στη Βουδαπέστη για «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός» και στην Κωνσταντινούπολη για το «Τρεις σκάλες Ιστορία». Το «Μαύρο φλαμίνγκο» με οδήγησε στο Ρουστάβι της Γεωργίας, μια βιομηχανική πόλη που κτίστηκε επί Στάλιν, η οποία ήταν για μένα terrain cognita. Εκεί, στο ρημαγμένο τοπίο μιας εποχής που θάφτηκε κάτω από τα συντρίμμια του υπαρκτού σοσιαλισμού, ανάμεσα στο Σπίτι της Κουλτούρας και το εργοστάσιο Μεταλλουργίας, έκτισα τη ζωή της οικογένειας Πεχλιβανίδη.

Γράφετε πολύ ζωντανά και άμεσα για τη ζωή των ηρώων σας στη Γεωργία, για τις σπουδές τους, για την εξασφαλισμένη εργασία και για το σπίτι που δίνεται από το κράτος. Ερχόμενοι στην Ευρώπη έζησαν την ωμή πραγματικότητα του χλευασμού και της περιφρόνησης. Πιστεύετε πως άξιζε αυτή η επιστροφή στην πατρίδα που ονειρεύονταν μάταια;

Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος η Γεωργία βυθίστηκε σε μια τρομακτική οικονομική κρίση. Μια από τις πιο φτωχοποιημένες χώρες της Ευρώπης. Δεν υπήρχε η πολυτέλεια λοιπόν τέτοιων υπαρξιακών ερωτημάτων. Οι άνθρωποι έπρεπε να επιβιώσουν – αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική τους προτεραιότητα. Έπρεπε να εστιάσουν στο παρόν γιατί πολύ απλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Το παρελθόν ήταν σημείο αναφοράς, όχι γιατί ήταν κατ’ ανάγκην καλύτερο, αλλά επειδή εμπεριείχε το στοιχείο της σταθερότητας. Στο βιβλίο χρησιμοποιώ μια αναφορά από μαρτυρία στο «Τέλος του κόκκινου ανθρώπου» της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς: «Σήμερα είναι καλύτερη η ζωή αλλά πιο αντιπαθητική» λέει ένας γέρος πρόσφυγας στον Λεβάν. Το σπίτι, η εξασφαλισμένη εργασία και οι σπουδές ήταν η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη ήταν η ανελευθερία με ό,τι συνεπάγεται. Η επιστροφή στην πατρίδα τους προσγείωσε βεβαίως με τον πιο σκληρό τρόπο καθώς ανακάλυψαν ότι υπήρχε κάτι πολύ χειρότερο: το τσαλάκωμα της αξιοπρέπειάς τους.

Χωρίς να θέλω να κρίνω ή να ισοπεδώνω όλες τις σχολές πυγμαχίας, Σαραντάκοι υπήρχαν πολλοί οι οποίοι δημιούργησαν φυτώρια φασισμού και εθνικισμού απέναντι σε όλους τους πρόσφυγες που ήρθαν στη χώρα. Τα πλοκάμια απλώθηκαν επικίνδυνα φέρνοντας τα γνωστά αποτελέσματα. Πώς πείθονται οι μετανάστες να μπουν σε αυτό το άντρο του φόβου; Πώς μπορούν να επιτίθενται μετανάστες εναντίον ομοίων;

Η τοξικότητα της ακροδεξιάς, ειδικότερα ο νεοναζισμός που αποτελεί την πιο αρρωστημένη εκδοχή της, μολύνει κατά κύριο λόγο τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες: τους περιθωριοποιημένους και οικονομικά ασθενέστερους. Δεν κάνει διακρίσεις καθώς ψαρεύει στα θολά νερά της κοινωνικής απομόνωσης. Μετανάστες όπως ο Λεβάν, οι οποίοι έχουν υποστεί σκληρό ρατσισμό, επέλεξαν το δρόμο του φανατισμού και της βίας για να γίνουν ορατοί. Να αποκτήσουν, ακόμα και με αυτό τον στρεβλό τρόπο, ταυτότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί στο πιο άγριο ζώο αν περάσει τη γραμμή της βίας. Το βιβλίο εστιάζει εκεί ακριβώς: αν μπορεί να υπάρξει επιστροφή όταν τα λόγια βαφτούν πια με αίμα.

Ο ήρωας σας ο Ιερόθεος, οικογενειάρχης, θρήσκος, πατριώτης με επιχειρήσεις αμφιβόλου ηθικής.Αλλά ήταν και Πρόεδρος του «Πυρσού», της πατριωτικής οργάνωσης στην Κύπρο. Ο εθνικισμός είχε αρκετό χώρο δράσης στην Κύπρο;

Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση στο τι συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη. Μιλάμε για μια έξαρση της ακροδεξιάς που εμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα σε πολλές χώρες. Από την Ολλανδία του Βίλντερς και τη Γαλλία της Λεπέν, μέχρι την Ουγγαρία του Όρμπαν και την Ιταλία της Μελόνι. Τα της Ελλάδας, όπου ζήσαμε το φαινόμενο να κάνει ο Κασιδιάρης προεκλογική μέσα από τη φυλακή, τα γνωρίζουμε. Η Κύπρος λοιπόν είναι μια ακόμα χώρα στην οποία ο εθνικισμός βρίσκει πρόθυμο ακροατήριο. Για αυτό την επέλεξα, ως συμπληρωματικό χώρο δράσης, αλλά και για τους συμβολισμούς του μαύρου φλαμίνγκο που λέγαμε πριν.

Διακρίνουμε στον Λεβάν μια διχασμένη προσωπικότητα. Ενώ έχει πάρει αξίες από την οικογένεια του, επηρεάζεται από το νέο του περιβάλλον. Για ποιο λόγο τον δημιουργήσατε έτσι τον Λεβάν;

Γιατί όπως λέω συχνά ο μανιχαϊσμός δε συνάδει με τη λογοτεχνία. Ή σε κάθε περίπτωση είναι εντελώς ξένος με τη δική μου αντίληψη για τη λογοτεχνία και το κτίσιμο των χαρακτήρων. Η υπεραπλούστευση, που οδηγεί στους apriori κακούς ήρωες, εμπεριέχει τον κίνδυνο οι χαρακτήρες να μοιάζουν με περιγράμματα. Οι ήρωες όμως, ακόμα και οι κατά τεκμήριο «αρνητικοί», είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Και όπως όλα στη ζωή, δεν καθορίζονται από λογικές άσπρου και μαύρου. Εγώ το αντιμετώπισα αυτό πολύ έντονα με τον χαρακτήρα του Τούρκου αξιωματικού στο «Τρεις σκάλες Ιστορία». Ο Αχμέτ δεν υπήρξε μόνο βιαστής – είχε μια ζωή πριν και μια ζωή μετά από το καλοκαίρι του 1974. Το ίδιο ισχύει και με τον Λεβάν. Είναι ένα πρόσωπο πολύ πιο σύνθετο από τον φασίστα που σπάει κεφάλια.

Το μυθιστόρημα είναι βασισμένο σε γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας, σε πολύ μαύρες σελίδες της. Πρέπει να έχουμε κόκκινες γραμμές οι συγγραφείς στα βιβλία που γράφουμε ή καλώς τα γράφουμε γιατί αυτός είναι ο ορισμός της ελευθερίας του λόγου;

Μοναδική κόκκινη γραμμή είναι η αλήθεια μας. Να μη χρησιμοποιούμε τα γεγονότα δηλαδή για να εξυπηρετήσουμε την όποια ατζέντα. Δε γράφουμε πολιτικό μανιφέστο, λογοτεχνία κάνουμε. Τα αληθινά γεγονότα δημιουργούν απλώς τον ιστορικό καμβά όπου αποτυπώνεται η μυθοπλασία.

«Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον. Δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον». Μπορούν να πετύχουν ή να βοηθήσουν οι λέξεις στη συντριβή του φασισμού;

Η συντριβή είναι μεγάλη κουβέντα. Εγώ είμαι πραγματιστής οπότε αποφεύγω τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Η δημοσιογραφική μου ιδιότητα με γειώνει άλλωστε διαρκώς στην πραγματικότητα. Οι λέξεις πάντως μπορούν να συνεγείρουν και να αποτελέσουν τροφή για σκέψη. Κι αυτό δεν είναι καθόλου λίγο πιστέψτε με.

Ποια είναι η γνώμη σας για το Bookia, όσον αφορά την προβολή των συγγραφέων και των έργων τους;

Ως άνθρωπος των media μόνο ευγνωμοσύνη αισθάνομαι για τα βιβλιοφιλικά μέσα όπως το Bookia. Το βιβλίο χρειάζεται φιλόξενους τόπους για να ανθίσει. Αυτή η ανάγκη δεν αφορά στην προβολή των συγγραφέων αλλά την αναγκαιότητα καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας και του δημιουργικού διαλόγου γύρω από τη λογοτεχνία. Σας ευχαριστώ λοιπόν για τη φιλοξενία και εύχομαι καλή συνέχεια στην εξαιρετική δουλειά που κάνετε.

Ευχαριστώ πολύ κύριε Χριστοδούλου για την κουβέντα μας, σας εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και να καταφέρει να ευαισθητοποιήσει, να προβληματίσει τη νέα γενιά που είναι το μέλλον για μια υγιή κοινωνία.

Δημοσιεύθηκε στο Bookia