συνεντεύξεις που πήρα

Γιούλα Κωνσταντοπούλου, μιλάει στην Μάγδα Παπαδημητρίου

gioula konstantopoulou

Διαβάζοντας την «Αμέλια» με υπότιτλο «Ιχνηλατώντας μνήμες των Ρωμιών της Πόλης», από την Άνεμος Εκδοτική, θέλησα να γνωρίσω τη συγγραφέα κ. Γιούλα Κωνσταντοπούλου και να μιλήσω για το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα, που ομολογώ ότι μου άρεσε ο τρόπος γραφής της, αλλά περισσότερο, ότι το βιβλίο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Το διάβασα σε μια μόνο μέρα κι αυτό αρκούσε να ζητήσω να μου μιλήσει για τη συγγραφική πορεία της!

Κυρία Γιούλα Κωνσταντοπούλου ευχαριστώ που δεχτήκατε την πρόσκλησή μου για να μιλήσετε για την «Αμέλια», για λογαριασμό του Bookia, του πανελλαδικού δικτύου προώθησης των συγγραφέων αλλά και του έργου τους. Πριν όμως εκδοθεί η Αμέλια, από την Άνεμος Εκδοτική, είχατε ήδη μια αξιόλογη επιστημονική συγγραφική καριέρα με άρθρα και μελέτες. Θα ήθελα να μου μιλήσετε για το επιστημονικό σας έργο.

Κι εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για το έργο μου. Σπούδασα Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α) και συνέχισα τις σπουδές μου για την απόκτηση Μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου πάντοτε με προσανατολισμό την Ιστορία, αλλά και σε συνδυασμό με την κύρια εργασία μου, ως καθηγήτριας στην ελληνική Μέση Εκπαίδευση. Για τον λόγο αυτόν σε μεγάλο βαθμό άρθρα και μελέτες μου είχαν ως αντικείμενο έρευνας το εκπαιδευτικό έργο της χώρας μας από την προεπαναστατική περίοδο, την Οθωνική, έως και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Παράλληλα, το ενδιαφέρον μου ήταν στραμμένο και στην λογοτεχνία, στην εμβάθυνση και μελέτη του έργου ξένων, κυρίως όμως Ελλήνων συγγραφέων.

Διδάξατε και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Υποθέτω το μάθημα που σπουδάσατε. Πιστεύετε πως το μάθημα της Ιστορίας, όπως διδάσκεται σήμερα, αφήνει στα παιδιά τη γεύση της Ιστορίας ή το καθιστά ένα πληκτικό μάθημα;

Τα αντικείμενα διδασκαλίας ενός φιλολόγου είναι πολλά. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είχα την

ευκαιρία και την χαρά να διδάξω όλα τα φιλολογικά μαθήματα ανεξαιρέτως και φυσικά την Ιστορία όλων των χρονικών περιόδων. Πολύ σημαντική ήταν η εμπειρία μου να διδάσκω επί πολλά έτη την Ιστορία (κατεύθυνσης και γενικής παιδείας) που αναφέρεται στα νεότερα χρόνια και παράλληλα με την ιστορική αφήγηση είχαμε τη δυνατότητα με τα παιδιά να μελετούμε και να αξιολογούμε τις πληροφορίες από τις άμεσες και έμμεσες ιστορικές πηγές. Μια τέτοια προσέγγιση προκαλεί πάντοτε το ενδιαφέρον των μαθητών, όχι μόνον εκείνων που επέλεγαν θεωρητικές σπουδές, αλλά και των άλλων που «έριχναν» το μεγαλύτερο βάρος κι ενδιαφέρον αυστηρά και μόνο σε άλλες κατευθύνσεις.

«Η μνήμη όπου την αγγίζεις πονεί» όπως έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης. Ή ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται αν οι λαοί ξεχνούν το παρελθόν τους. Εσείς ανησυχείτε όταν βλέπετε να γέρνει η ζυγαριά πιο πολύ στη λήθη παρά στη μνήμη;

Μνήμη και λήθη είναι μέρη του μοντέλου επεξεργασίας πληροφοριών(Μ.Ε.Π.), φυσιολογικές, δηλαδή διαδικασίες του εγκεφάλου. Θυμόμαστε ή λησμονούμε ανάλογα με τις εμπειρίες μας, το θυμικό ανά περίσταση, το χρόνο, το χώρο, την εμπειρία, τα υλικά εντέλει που προσφέρει η κοινωνία και είναι αναγκαία για να αναγνωριστούν και να τοποθετηθούν κάπου οι αναμνήσεις. Είναι βέβαιο πως οι συγκινησιακά φορτισμένες μνήμες εγγράφονται πιο έντονα. Το συναίσθημα επηρεάζει τόσο την εγγραφή, όσο και την ανάκληση πληροφοριών. Σύμφωνα με τον Halbwachs «η ατομική μνήμη ανακαλείται μόνο στο κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται, αποτελεί κοινωνική κατασκευή και πτυχή της συλλογικής μνήμης». Κατά συνέπεια, οι λαοί οφείλουν να διατηρούν ακέραιη την ιστορική μνήμη, γιατί αυτή έχει και την δύναμη να διδάσκει, να νουθετεί, να συγκροτεί και να ενδυναμώνει τον συλλογικό άνθρωπο.

Πώς προέκυψε η συγγραφή του μυθιστορήματος «Αμέλια»;

Η συγγραφή ενός έργου δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ειδικά όταν η πλοκή του ανάγεται σε παρελθοντικούς χρόνους. Το παρόν του παρελθόντος, το παρόν του παρόντος και το παρόν του μέλλοντος. Η αγάπη μου για την Λογοτεχνία, το ενδιαφέρον μου για τις συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και τους γενέθλιους τόπους των ηρώων μου, αλλά και η αναζήτηση των καταγωγικών μου ριζών με

οδηγό μαρτυρίες και ενθυμήματα ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα εκείνης της εποχής, ήταν το έναυσμα για να επιχειρήσω την συγγραφή του συγκεκριμένου έργου.

Έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία για τον ξεριζωμό των Ρωμιών της Πόλης, του Πόντου αλλά και της Μ. Ασίας. Κάνοντας τον συνήγορο του διαβόλου, χαριτολογώντας φυσικά, τι θα απαντούσατε σ’ ένα αναγνώστη/αναγνώστρια, αν σας ρωτούσε: τι διαφορετικό θα μου προσφέρει η Αμέλια που δε θα βρω στα άλλα;

Κατ΄ αρχάς, ποτέ και για κανέναν απολύτως λόγο δεν θα υποδείκνυα στους αναγνώστες τι να αναζητήσουν διαβάζοντας την ΑΜΕΛΙΑ. Κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του μέτρα πρόσληψης και φυσικά το ελεύθερο της επιλογής των λογοτεχνικών αναγνωσμάτων, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τον πολιτισμό του. Στο έργο μου ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να “ζήσει” μέσα από τη ροή των αναμνήσεων της ηρωίδας τις χαρές, τις απογοητεύσεις, την οδύνη των Ρωμιών της Πόλης για τα δεινά που έπληξαν τον Ελληνισμό.

Μέσα από την Αμέλια περνούν πολλά μηνύματα κι ένα από αυτά, που θεωρώ σημαντικό, είναι πως δεν πρέπει να βάζουμε τους πολίτες ενός λαού σ’ ένα σακί. Αλλά και η ευγνωμοσύνη που στις μέρες μας σπανίζει. Παραδείγματος χάρη, ο Αλπ, ο Τούρκος νοικάρης της που έσωσε την Αμέλια από τις βιαιοπραγίες των Σεπτεμβριανών.

Ασφαλώς. Στόχος μου ήταν μέσα από την ιστορία της Αμέλιας και άλλες επί μέρους ιστορίες να περάσω μηνύματα και να αναδειχθούν αξίες, όπως η ανιδιοτελής αγάπη, ο σεβασμός στον Άλλο, ανεξάρτητα από καταγωγή, κοινωνικό status, θρήσκευμα, να δώσω «φωνή» σε εκείνους που βίωσαν τα γεγονότα, να τιμήσω τη μνήμη τους.

Τα γεγονότα είναι αληθινά και οι αναγνώστες που αγαπούν την ιστορία, το γνωρίζουν. Ποιοι όμως από τους ήρωες είναι αληθινοί και ποιοι μυθοπλαστικοί, αν φυσικά μπορείτε να το αποκαλύψετε.

Είχα την τύχη να γνωρίσω ανθρώπους που διακρίνονταν για το μεγαλείο ψυχής, ευπρέπειας, καλοσύνης, όπως η Αμέλια, αλλά και την ευκαιρία να ακούσω ιστορίες για τις συνθήκες ζωής στην Κωνσταντινούπολη στις χρονικές περιόδους που ανιστορούνται. Για την συγγραφή του συγκεκριμένου έργου αυτά δεν ήταν επαρκή. Μέριμνά μου ήταν να σκιαγραφήσω αληθοφανείς χαρακτήρες και να  

αποδώσω την «ατμόσφαιρα» της εποχής γι΄ αυτό και ανέτρεξα σε ιστοριογραφικά έργα, εφημερίδες, οπτικοακουστικό υλικό. Γιατί, όπως σημειώνει ο Friedrich Spielhagen, «το ιστορικό μυθιστόρημα απεικονίζει μια εποχή, όπου το φως της ανάμνησης της ζωντανής γενιάς δεν πέφτει πια με όλη του τη δύναμη».

Πιστεύετε πως υπάρχει πολύ αναξιοποίητο υλικό ακόμη σε κάθε νομό, ώστε ο κάθε συγγραφέας μπορεί αν θέλει να εκμαιεύσει; Διψά ο κόσμος κατά τη γνώμη σας για τη γνώση μέσα από το μυθιστόρημα;

Ένα μυθιστόρημα θεωρώ ότι οφείλει να πληροί ένα διττό λόγο: πέραν από την τέρψη να αποτελεί πηγή και αφετηρία για εμπλουτισμό των γνώσεων των αναγνωστών. Όσον αφορά τώρα, στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας ή και ιστοριοδίφης, βεβαίως και υπάρχει άφθονο, ανεκμετάλλευτο ως τις μέρες μας, υλικό σε τοπικά ή γενικά αρχεία για αξιοποίηση. Οι «αναγνώσεις» συνεχίζονται.

Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η αιτία που οι γυναίκες διεκδικούν την πρωτιά του αναγνωστικού κοινού στο ιστορικό μυθιστόρημα;

Προφανώς από την εμπειρία που έχετε ως συγγραφέας καθώς και την ενασχόλησή σας με την Λογοτεχνία έχετε σφυγμομετρήσει τις αντιδράσεις του γυναικείου αναγνωστικού κοινού. Επιχειρώ λοιπόν να δώσω μία απάντηση στο ερώτημά σας προσπαθώντας να ερμηνεύσω γιατί συμβαίνει αυτό. Μεταφέρω την άποψη του Walter Scott, «δημιουργού» του ιστορικού μυθιστορήματος πως αυτό αποτελεί ρεαλιστική συγγραφική πραγμάτωση μίας ρομαντικής σύλληψης. Στην ιστορική μυθοπλασία επιχειρείται ο «συμβιβασμός» δύο ασύμβατων εννοιών : της Ιστορίας και του μύθου, των γεγονότων περασμένης εποχής και η απόδοση -μέσω της φαντασίας του δημιουργού- χαρακτήρων και συμπεριφορών ανθρώπων άλλων εποχών. Ο συγκερασμός πραγματικότητας ( ρεαλισμού) και φαντασίας που μπορεί να χαρακτηρίζεται έντονα από το συναίσθημα, είναι πιστεύω τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ιστορικό μυθιστόρημα. Οι γυναίκες, κατά κανόνα, έχουν την τάση να λειτουργούν περισσότερο με το συναίσθημα. Θεωρώ, επομένως ότι στο αβέβαιο και ανερμάτιστο στίγμα της σύγχρονης εποχής η προτίμηση του γυναικείου αναγνωστικού κοινού για το ιστορικό μυθιστόρημα, λειτουργεί ως αντίβαρο και αντίλογος στα προβλήματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο του 21 ου αιώνα.

Το χτενάκι κι ένα σπιρτόκουτο ήταν αυτά που έσωσε την τελευταία στιγμή η εγγονή της Αμέλιας. Ζωντανές μνήμες. Ποια ήταν η σκέψη όταν την βάλατε απέναντι στον Ερνέστο και τι συμβολίζει ο κάθε ρόλος. Κι ακόμη μια ερώτηση: γιατί δε βαφτίσατε την εγγονή της;

Αναφέρεστε προφανώς στην μικρανεψιά και πνευματική κόρη της Αμέλιας που μεγάλωσε με τα ενθυμήματα, τις ιστορίες, τα τραγούδια από την Πόλη. Η νεαρή κοπέλα αφηγείται και, κατά κανόνα ο αφηγητής είναι κατά κάποιο τρόπο δευτεραγωνιστής∙ κατά συνέπεια παρέλκει η αναφορά ενός ονόματος. Σε όσα η Αμέλια δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να δώσει απαντήσεις, γιατί ως προσωπικότητα εκφράζει νοοτροπία μιας άλλης εποχής, έρχεται η αφηγήτρια να απαντήσει ( στον Ερνέστο) δίνοντας το στίγμα μιας άλλης γενιάς γυναικών που ξέρουν να διεκδικούν και να μάχονται για ηθική δικαίωση.

Ποια είναι η γνώμη σας για το Bookia, όσον αφορά την προβολή των συγγραφέων και των έργων τους;

Θεωρώ πως ανταποκρίνεται πλήρως στον ρόλο του, δηλαδή να γνωστοποιεί στο κοινό τις νέες εκδόσεις, να κάνει καλοπροαίρετη κριτική και να προωθεί το έργο γνωστών και καταξιωμένων συγγραφέων, αλλά και συγγραφέων που εμφανίζουν πρωτόλεια έργα τους.

Θέλω να πιστεύω πως η Αμέλια ήταν απλά το βάπτισμα. Έχετε αρχίσει ένα νέο ιστορικό μυθιστόρημα ή θα γυρίσετε στις επιστημονικές σας μελέτες;

Ναι, το έργο μου Αμέλια - Ιχνηλατώντας μνήμες των Ρωμιών της Πόλης είναι το πρώτο δημοσιευμένο μυθιστόρημά μου. Στο άμεσο μέλλον είναι στις προθέσεις μου η συγγραφή ενός άλλου έργου γι΄ αυτό και ήδη μελετώ και συγκεντρώνω στοιχεία. Είναι μακρύς, ωστόσο ο δρόμος, ιδιαίτερα όταν δουλεύει κάποιος πάνω στο συλλογικό υποσυνείδητο και την συλλογική ταυτότητα.

Σας ευχαριστώ θερμά για την ενδιαφέρουσα κουβέντα και σας εύχομαι να είναι καλοτάξιδη η Αμέλια!

Δημοσιεύθηκε στο BOOKIA