συνεντεύξεις που πήρα

Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη, μιλάει στην Μάγδα Παπαδημητρίου

tsaita tsilimeni valia

Δεν μου αρέσει να βάζω τον τίτλο Ποιήτρια εύκολα σ’ ένα νέο δημιουργό. Κι όταν έχουμε τους μεγάλους Ποιητές Ελύτη, Σεφέρη, Αναγνωστάκη, Ρίτσο, Βάρναλη…, για μας τους νεότερους είναι βαριά η κληρονομιά η λέξη. Το τίτλο του Ποιητή τον δίνει ο αναγνώστης. Ο τίτλος του ποιητή δίνεται όταν ματώνει η πένα σε κάθε λέξη. Προσωπική μου γνώμη. Όμως η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη, τον τίτλο της Ποιήτριας τον κέρδισε επάξια αφού έλαβε το βραβείο Jean Moréas από το Γραφείον Ποιήσεωςκαι την Εφημερίδα Πελοπόννησος. Επιπλέον, η ποιητική της συλλογή ήταν υποψήφια στη τελική δεκάδα για τα βραβεία Public, στη κατηγορία σύγχρονη Ελληνική Ποίηση. Με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Άγρια χόρτα» με σχέδια εξωφύλλου της Εύης Τσακνιά από τις πολύ προσεγμένες και αξιόλογες εκδόσεις Κίχλη. Έχω διαβάσει την ποιητική της συλλογή και πράγματι άξιζε τη διάκριση. Άδραξα την ευκαιρία λοιπόν και την αναζήτησα...

Ευχαριστώ κ. Τσάιτα για την συνέντευξη που μου παραχωρείτε για το Bookia. Θέλω να σας συγχαρώ πρώτα για την συμμετοχή του βιβλίου σου στην τελική δεκάδα των βραβεία Public. Τι σημαίνει για σας αυτή η διάκριση από τους αναγνώστες;

Κάθε διάκριση έχει ξεχωριστή σημασία. Η ιδιαιτερότητα των βραβείων Public είναι ότι πρόκειται για διάκριση και επιλογή του κοινού. Συμμετείχα κι εγώ στην ψηφοφορία και ψήφισα τα βιβλία που με άγγιξαν πραγματικά ως αναγνώστρια. Πρέπει, φυσικά, να πω, ότι δεν είχα διαβάσει όλες τις υποψηφιότητες ~ κι αυτό ίσως εδώ να δημιουργεί άθελα το καθενός μας μια σχετικά «αδικία»... Ψηφίζουμε αυτό που γνωρίζουμε και φυσικά το ξεχωρίσαμε από άλλα συνυποψήφια, αλλά δεν έχουμε συλλογικό βλέμμα, δεν έχουμε σχηματισμένη άποψη για κάθε υποψήφιο βιβλίο του διαγωνισμού Public. Χάρηκα πάντως πολύ που το βιβλίο μου επιλέχθηκε από το κοινό για την τελική δεκάδα ~ είναι μια κίνηση αναγνώρισης, ένας δείκτης ότι το κοινό σου ανάβει πράσινο για τη συνέχεια.

Γιατί βάλατε ως τίτλο «Άγρια χόρτα»; Τι σηματοδοτούν για σας;

Θα ήθελα αυτή την ερώτηση να την απαντήσουν οι αναγνώστες του βιβλίου. Θα μου άρεσε να τη θέσω ως ερώτηση σε κάθε έναν που διάβασε, διαβάζει και θα διαβάσει τη συλλογή: πώς ερμηνεύει, πώς νιώθει ο ίδιος τον τίτλο. Τον βρίσκουμε ως μέρος ενός στίχου στο ποίημα «ο Θάνατος», αλλά δεν είναι πρακτικά και τυπικά αυτός ο λόγος για τον οποίο τον επέλεξα. Για μένα τα Άγρια Χόρτα είναι ένα ισχυρό σύμβολο: είναι φύση δυναμική που τρυπώνει εκεί που της αρέσει, όπως της αρέσει και ξέρει να επιμένει, να διεκδικεί. Δημιουργεί ένα περιβάλλον μη προφανές, συνθήκες πιθανότατα δύσκολες για τα παραπλήσια φυτά, αλλά ταυτόχρονα, ομορφαίνει το τοπίο, το εμπλουτίζει και δημιουργεί μια χαοτικά πλήρη εικόνα κήπου. Αυτός ο τίτλος (όπως και ολόκληρη η συλλογή) είναι για μένα ένας τρόπος προκειμένου να μιλήσω για την έννοια, τη σημασία της δυσκολίας στη ζωή. Χωρίς φυσικά να θέλω να πω ότι πρέπει να κυνηγάμε μανιωδώς ό, τι δύσκολο. Η δυσκολία υπάρχει από μόνη της, έρχεται και σε βρίσκει από μόνη της, φυσιολογικά μέσα στη ζωή, όπως ένα σωρό άλλες καταστάσεις και συναισθήματα. Μας ξεβολεύει, δε μας αρέσει, μας εξορίζει από ό, τι μέχρι εκείνη τη στιγμή αναγνωρίζαμε ως φυσιολογικό, αλλά συχνά έχει... πολύ σημαντικά πράγματα να μας πει.

Από πότε πειραματίζεστε στη Ποίηση και πώς ασχοληθήκατε με την Τέχνη των Τεχνών; Ποια ήταν τα ερεθίσματα που σας οδήγησαν στα μονοπάτια της;

Άρχισα να γράφω ποίηση μ’έναν παιχνιδιάρικο τρόπο, όταν ήμουν 12-13 χρονών. Μέχρι τότε έγραφα διάφορα, κυρίως μικρά ή μακροσκελή κείμενα, πρόζα δηλαδή τα οποία ήταν πάντα έντονα φορτωμένα με εικόνες. Μια μέρα ήμουν στο γραφείο της μητέρας μου, στο σπίτι μας, μπροστά στον υπολογιστή, και αποφάσισα έτσι, αυθόρμητα, να βάλω τις προτάσεις ενός κειμένου που είχα γράψει τη μία κάτω από την άλλη: να «ξεχωρίσω» τις εικόνες, να τις «αυτονομήσω» μάλλον. Κι έτσι προέκυψε το πρώτο μου ποίημα. Μου άρεσε το αποτέλεσμα: η ποίηση μου χάρισε αυθόρμητα τη δυνατότητα να μετακινώ τις εικόνες μου όπως θέλω, όπως μου αρέσει, όπως κρίνω ότι τις ταιριάζει καλύτερα. Μου έδωσε το ελεύθερο να δημιουργώ ένα σωρό κόσμους με ποικίλλες κάθε φορά αλλαγές στο εσωτερικό του ίδιου ποιήματος (στην αρχή). Κι έτσι, αλλαγή στην αλλαγή, κάποια στιγμή έγινε ακόμη πιο πηγαία η μη τυχαία πλέον ταξινόμηση των εικόνων που είχα, που γεννιόντουσαν μέσα μου.

Βαρύ το φορτίο που «κουβαλάτε» στους ώμους σας. Ότι είστε κόρη της κ. Τασούλας Τσιλιμένη με μακρά συγγραφική πορεία, οι αναγνώστες μπορούν να συγκρίνουν το έργο της και να έχουν απαιτήσεις από εσάς. Σίγουρα είναι διαφορετικός ο δρόμος. Θετικό ή αρνητικό στέκεται στη πορεία σας;

Για να σας πω την αλήθεια, αυτό το θέμα υπήρχε πάντα ως ερώτηση που ερχόταν από έξω, ή ως παρατήρηση, παρά ως πραγματικό ζήτημα στη ζωή μου. Ο κόσμος ήξερε να αναγνωρίζει μια υπόθεση τυχόν έμπνευσης από την πορεία της μητέρας μου, αλλά αυτός ο συσχετισμός ακυρωνόταν αυτόματα από μόνος του καθώς όντως οι δρόμοι που ακολουθούμε (σ’ ό, τι αφορά στα αντικείμενα ενασχόλησης) έχουν σημαντικές διαφορές. Η μητέρα μου έγραφε και γράφει ως επι το πλείστον βιβλία παιδικής λογοτεχνίας (αυτό έχει αρχίσει βέβαια ν’αλλάζει τον τελευταίο καιρό), εγώ ποτέ μέχρι στιγμής δεν ένιωσα ικανή να γράψω ένα παιδικό βιβλίο. Είμαστε και οι δύο καθηγήτριες στο Πανεπιστήμιο, αλλά σε διαφορετικά αντικείμενα. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το εκφράσω αλλά η μητέρα μου λειτούργησε σίγουρα ως έμπνευση στη ζωή μου, αλλά ποτέ ως αρνητική ή πιεστική σύγκριση: δε νιώθω να κουβαλώ κάποιο βαρύ φορτίο. Ένιωθα πάντα ελεύθερη να επιλέξω ό, τι με εξέφραζε περισσότερο: η ποίηση προέκυψε αυθόρμητα, όπως έγραψα παραπάνω και η ενασχόλησή μου με τη φιλολογία προέκυψε χάρη στην απέραντη αγάπη μου για τη λογοτεχνία. Η μητέρα μου ήταν και είναι πάντα πρόθυμη να με συμβουλέψει, αλλά ποτέ να μου επιβάλει έναν συγκεκριμένο δρόμο. Η συμβολή της ήταν μόνο θετική (όπως τη νιώθω) σε επίπεδα που υπερβαίνουν αυστηρά σύνορα, σε επίπεδα που αφορούν ευρύτερα τη ζωή: μας διάβαζε πολύ ποίηση από τότε που ήμασταν πολύ μικροί με τον αδερφό μου. Μας μάγευε η φωνή της: ήταν εκείνη που μας επέτρεπε το πέρασμα στους μαγικούς κόσμους που μας περιέγραφε... Δεν είχαμε ανάγκη να καταλάβουμε, με την αυστηρή έννοια του όρου. Νιώθαμε κι αυτό ήταν (και θα έπρεπε να είναι) όλη η υπόθεση.

Η διδακτορική σας διατριβή αφορά «τη γενιά 1920» στην Ελλάδα. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτή; Σε ποιων λογοτεχνών έργα αναφέρεστε και ποιο ήταν το ενδιαφέρον των εκεί καθηγητών;

Η διατριβή μου αφορά σ’ ένα πρώτο και βασικό επίπεδο τη λεγόμενη « γενιά του 1920 » στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα τους ποιητές και κριτικούς εκείνης της εποχής: τον Τέλλο Άγρα, τον Ρώμο Φιλύρα, την Μαρία Πολυδούρη, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, τη Μυρτιώτισσα, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη κ. ά. Ας πούμε ότι το έργο αυτών των δημιουργών υπήρξε ως η σημαντική βάση δεδομένων που χρειαζόμουν για να μελετήσω όψεις και λειτουργίες της κρίσης, της δυσκολίας (όπως αναφέρω πιο πάνω), του σκοτεινού, των αντιθέσεων... Αυτή η γενιά που μελέτησα υπήρξε μια παρεξηγημένη γενιά. Οι αναφορές της σε δύσκολες θεματικές όπως αυτή του θανάτου, της αρρώστιας, του ανικανοποίητου, κ. ά., έδωσε σε τεράστιο μέρος της κριτικής την ευκολία να τη χαρακτηρίσουν σε μεγάλο βαθμό ως «γενιά της ήττας», «γενιά της παρακμής». Μετά από την ολοκλήρωση του μεταπτυχιακού μου στο Πανεπιστήμιο της Σορβώνης, στο πλαίσιο του οποίου μελέτησα το έργο του ποιητή Κώστα Ουράνη σε σύγκριση με τα «Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ, άρχισα να διαπιστώνω βήμα-βήμα ότι η κριτική είχα περιοριστεί σε μια πολύ επιφανειακή ερμηνεία του έργου της λεγόμενης «γενιάς του 1920», καθώς και ότι βιάστηκε να ρίξει τα φώτα όλων των προβολέων στη γενιά του 1930. Όσο προχωρούσε η έρευνά μου τόσο περισσότερο ανακάλυπτα ότι οι ποιητές που μελέτησα έχουν πολλά να μας πούνε γενικότερα για τη ζωή και τις όποιες αξίες συνοδεύουν (ή όχι) τον άνθρωπο, αλλά και ειδικότερα για τη σημερινή πραγματικότητα της κρίσης στην Ελλάδα. Και όσα έχουν να μας πούνε δεν αφορούν επιφανειακά ζητήματα ήττας ή παρακμής, το αντίθετο: προκαλούν το κριτικό μας πνεύμα και θρέφουν έννοιες δημιουργικότητας και ζωντάνιας.

Το ενδιαφέρον των καθηγητών που επέβλεψαν την πορεία της έρευνάς μου ήταν ακριβώς η ανίχνευση αυτής της έως σήμερα κρυμμένης ή καλύτερα αγνοημένης ταυτότητας μιας ολόκληρης γενιάς της οποίας η συμβολή είναι απείρως σημαντικότερη απ’ ό,τι νομίζαμε ή μας επέτρεψαν να νομίζουμε παλαιότερες αναγνώσεις αυτών των κειμένων.

Πιστεύετε ότι ο ελεύθερος στίχος σας δίνει αέρα να εκφραστείτε, να δώσετε πιο εύκολα τα συναισθήματα στο χαρτί, εκεί που ο ομοιοκατάληκτος αδυνατεί να σας το προσφέρει;

Ίσως, μάλλον: σίγουρα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να λειτουργεί ως απαράβατος κανόνας. Το ν’αφήσει κανείς απόλυτα ελεύθερο τον εαυτό του σε πλαίσιο ομοιοκατάληκτου στίχου δεν αποκλείεται: ίσως απαιτεί μια περαιτέρω άσκηση-εξάσκηση, αλλά πιστεύω πως είναι εφικτό. Με παρόμοιο τρόπο δεν αρκεί η γενική επιλογή ενός ελεύθερου στίχου για να λύσει κανείς αυτόματα τις όποιες απαιτήσεις της ποίησης: συνειδητές ή υποσυνείδητες. Χρειάζεται ζύγισμα...

Η εγκατάλειψη
Το ξύλινο τραπέζι
βλάστησε.
Το βράδυ
μαζέψαμε τα μέλη του
και το φυτέψαμε
στον κήπο

Πιστεύετε ότι η Ποίηση οικοδομείται όπως το μυθιστόρημα;

Δεν ξέρω πώς ακριβώς την εννοείτε αυτή την ερώτηση, αλλά όχι, πιστεύω ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς χώρους που άλλοτε συμβαίνει να συγκλίνουν, άλλοτε να παρεκλίνουν, χωρίς όμως να οικοδομούνται με τον ίδιο τρόπο.

Κατά τη γνώμη σας η Ποίηση δίνει λύσεις στον αναγνώστη , μηνύματα λύτρωσης μέσα από τους στίχους ή απλά ο καθένας μας θέλει να ακουμπήσει την ψυχή του χωρίς να κοιτά τον ήλιο για όλους;

Η Ποίηση μας χαρίζει εύρος σκέψεως, δυνατοτήτων, ζωής. Αρκεί να μην τη φιλτράρουμε μέσα από εκείνο το τραγικό «τι θέλει να μας πει ο ποιητής;» που καταλήγει να τη «σκοτώνει» μέσα στον αναγνώστη, ή καλύτερα: να τον αναγκάζει συχνά να την εγκαταλείπει, να κόβει τα δεσμά ή χειρότερα: να μην τη γνωρίζει ποτέ. Θεωρώ πως η ποίηση είναι από τα λογοτεχνικά είδη που είναι από μόνα τους τα πιο κοντινά στη ζωή και στην ανθρώπινη φύση. Αρκεί να αντιμετωπίζουμε κάθε ποίημα ως κάλεσμα επικοινωνίας, να το διαβάζουμε με τις αισθήσεις μας ορθάνοιχτες, κι ας μην καταλαβαίνουμε με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Συχνά, αρκεί (και περισσεύει!) το να νιώθουμε. Έτσι συμβαίνουν μαγικά πράγματα: οι αισθήσεις μας εμπλουτίζονται και το κριτικό μας πνεύμα οξύνεται. Διαστέλλεται η παρατηρητικότητά μας και επικοινωνούμε βαθύτερα με κάθε τι που μας ενσαρκώνει, μας αφορά και μας περιβάλλει. Η ποίηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ευρύτερη έννοια του υπάρχειν, ακόμη και με όψεις που μας διαφεύγουν, που πηγαίνουν ίσως μακρύτερα από μας.

Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων ταχυτήτων που ο απλός πολίτης θέλει να διαβάσει κάτι πιο εύκολο, να το κάνει κτήμα του και να πάρει δύναμη από τον ποιητή. Κάπου να πιαστεί. Πιο λαϊκά, θέλει μασημένη τροφή και δεν θέλει να κουράζεται να σκέφτεται. Όμως οι αλληγορίες και τα νοήματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις δεν τον επιτρέπουν. Γιατί η Ποίηση έχει γίνει τόσο δύσκολη σε αντίθεση με τους μεγάλους Ποιητές μας που η Ποίηση τους έγινε κτήμα του λαού; Τελικά η Ποίηση είναι για τους λίγους;

Νομίζω πως η προηγούμενη απάντησή μου απαντά και σ’ αυτή την ερώτηση. Η ποίηση δεν έχει γίνει δύσκολη. Την κάνουμε δύσκολη όταν τη συνδέουμε με την τυπική έννοια της κατανόησης και αγνοούμε ότι το μόνο που αρκεί είναι να τη διαβάσουμε μέσα από τον ίδιο μας τον εαυτό. Τις εμπειρίες μας, τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες μας, τις ιδιοτροπίες μας, κ. ά. Δε θα μας αγγίξουν τα πάντα, δε θα λατρέψουμε όλα τα ποιήματα, κι αυτό είναι λογικό. Δεν ταιριάζουμε με όλους τους ανθρώπους, δε μας εκφράζουν τα πάντα σ’ αυτόν τον πλανήτη. Παρόλα αυτά μπορεί να μας τύχει ν’ανακαλύψουμε και πτυχές που αγνοούσαμε κι έτσι διαστέλλεται η αντίληψή μας. Ο κόσμος θα πρέπει να μάθει να μη φοβάται την Ποίηση.

Εκδόσεις Κίχλη. Ένας πολύ δυναμικός μικρός εκδοτικός οίκος που σε πείσμα των καιρών αντέχει εκδίδοντας πολύ αξιόλογα βιβλία. Συναγωνίζεται διαφήμιση, πολλά ονόματα, πολλούς τίτλους. Κι όμως η Κίχλη έχει το πιστό κοινό της. Τι σας «μάγεψε» ώστε να εκδώσετε εκεί το πρώτο βιβλίο σας;

Όλα όσα αναφέρετε, και η τύχη. Όταν έστειλα το χειρόγραφό μου στην Γιώτα την Κριτσέλη δεν τη γνώριζα προσωπικά, αλλά γνώριζα τα «λίγα» βιβλία που είχε βγάλει η Κίχλη τότε. Θαύμαζα την ποιότητά τους και την καλαισθησία τους. Μετά το πρώτο τηλεφώνημα και την πρώτη συνομιλία που είχα με τη Γιώτα, το γλυκό ήρθε κι έδεσε που λέμε: τη συμπάθησα βαθιά χωρίς να τη γνωρίζω από χρόνια. Είναι μεγάλη χαρά και συγκίνηση για μένα το ότι η πρώτη μου ποιητική συλλογή εκδόθηκε από τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο.

Είστε καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Γενεύης και διδάσκετε μαθήματα λογοτεχνίας, γλώσσας και μετάφρασης ενώ είστε πολύ νέα ηλικιακά. Αρκούν οι γνώσεις για να διεκδικήσετε μια τέτοια θέση σε πανεπιστήμια του εξωτερικού σε αντίθεση με την Ελλάδα;

Θα σας απαντήσω μέσα από ένα επιχείρημα που χρησιμοποίησα πρόσφατα στο πλαίσιο μιας συνέντευξης που πέρασα για ένα καινούριο, σημαντικό πόστο στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης όπου εργάζομαι ήδη από το 2011: στα πρώτα βήματα της διατριβής μου, ο τότε καθηγητής μου Μιχάλης Λασιθιωτάκης, μου εμπιστεύτηκε τη διδασκαλία του μαθήματος της λογοτεχνίας σε επίπεδο μεταπτυχιακού. Ήμουν ενθουσιασμένη και μου ταίριαζε πολύ. Οι γνώσεις που είχα αποκτήσει ως φοιτήτρια Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κι έπειτα στο Πανεπιστήμιο της Σορβώνης μ’ έκαναν να νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για τη διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος σε σύγκριση με τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ξένους για την οποία είχα μικρότερη εμπειρία.

Το θέμα δεν αφορά το αν αρκούν ή όχι οι γνώσεις: στην Ελλάδα έχουμε πολύ υψηλού επιπέδου Πανεπιστήμια που παρέχουν όλες τις απαραίτητες γνώσεις για μια τέτοια θέση (η οποία στην οποία παρέχει και την απαραίτητη, φυσικά, εμπειρία). Το όλο θέμα είναι κυρίως ζήτημα συστήματος και υποδομών. Δεν υπάρχουν πλέον αυτές οι θέσεις στην Ελλάδα κι αυτό είναι κρίμα για τους νέους τελειόφοιτους καθώς δεν τους δίνεται η ευκαιρία να εργαστούν πάνω στο αντικείμενό τους: να κάνουν αυτό που θέλουν στην επαγγελματική τους ζωή, αυτό που (στην καλύτερη περίπτωση) διάλεξαν εξαρχής.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη προβολή των συγγραφέων και του έργου τους από το Bookia;

Κάθε κοινωνικό δίκτυο για τον Αναγνώστη και τα βιβλία του είναι σημαντικό. Οι ερωτήσεις που μου θέτετε εδώ σήμερα μ’εμπνέουν πολύ και πιστεύω ότι αυτό μιλά από μόνο του.

Ευχαριστώ για την συνέντευξη και κλείνοντας θέλω να μου πείτε τι ετοιμάζετε να εκδώσετε στο μέλλον;

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και τις ωραίες ερωτήσεις σας. Ετοιμάζω την έκδοση της διδακτορικής μου διατριβής καθώς και μια νέα έκδοση των Ποιητικών Απάντων του Καίσαρα Εμμανουήλ.

...Πότε ήταν που με κοίταξες
κι είπες τ’ όνομά μου ανάποδα
και μου καρφίτσωσες πλάι στον αφαλό την παιδική μας ηλικία;

Καλοτάξιδη να είναι η ποιητική σου συλλογή σου «Άγρια χόρτα» και όλη η συγγραφική πορεία σου που θα ακολουθήσει…

Δημοσιεύθηκε στο Bookia