Ρεπορτάζ

«1940-1941 Ο πόλεμος των Ελλήνων», του Θάνου Βερέμη, στην Κατερίνη

thanos veremis polemos ellinon

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Φωτογραφίες Ανδρέας Κατσάπης-Γαλανός

Σε ένα κατάμεστο βιβλιοπωλείο με πολλούς όρθιους αναγνώστες, ο καθηγητής Πανεπιστημίου και ιστορικός Θάνος Βερέμης παρουσίασε το νέο του βιβλίο «1940-1941 Ο πόλεμος των Ελλήνων» από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Άλλωστε πάντα ένα ιστορικό βιβλίο συγκεντρώνει πολλούς αναγνώστες που είτε από περιέργεια, είτε έχουν κενά για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο κατακλύζεται. Το αισιόδοξο ήταν ότι υπήρχαν αρκετοί νέοι άνθρωποι μεταξύ του αναγνωστικού κοινού.

Τον συγγραφέα παρουσίασε στο αναγνωστικό κοινό της πόλης, η μια εκ των ιδιοκτητών του βιβλιοπωλείου Δέσποινα Νέστωρα ενώ ο φιλόλογος Θόδωρος Ζαπουνίδης έκανε τη φιλολογική ανάλυση του βιβλίου. Είπε μεταξύ άλλων: «Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ήρθε να βάλει την ταφόπλακα στην έως τότε κυριαρχία της Ευρώπης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και πως θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτό όταν νικητές και ηττημένοι ισοπεδώθηκαν δύο φορές σε τρεις περίπου δεκαετίες, τη στιγμή που Δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν υπέστησαν καταστροφές στα εδάφη τους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για να κυριαρχήσουν παγκοσμίως στις επόμενες του Πολέμου δεκαετίες.

Ο κ. Βερέμης συνεχίζει τονίζοντας πως παρά τις ομοιότητες της βασιλευόμενης ελληνικής δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά με την ιταλική βασιλευόμενη δικτατορία, το καθεστώς, τόσο ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Β΄ όσο και ο Μεταξάς, επέλεξε τη συμπαράταξη με τη Βρετανία. Ο Γεώργιος και ο Μεταξάς υλοποίησαν τα αντικοινοβουλευτικά τους σχέδια εκμεταλλευόμενοι την αυταρχική εικόνα που είχε σχηματιστεί στην Ευρώπη. Επισημαίνει ωστόσο πως η στρατιωτική ετοιμότητα της Ελλάδας και η άρνηση του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο πρέπει να του χρεωθούν ως θετική προσφορά στην Ελλάδα του 1940. Στο χρονολόγιο παρουσιάζονται τα γεγονότα από την 4η Αυγούστου 1936, ημερομηνία επιβολής της δικτατορίας του Μεταξά, έως την 4η Φεβρουαρίου 1942, όταν η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση καταργεί τυπικά το δικτατορικό καθεστώς».

Αφού ανέλυσε τις 14 ενότητες, του βιβλίου των 156 σελίδων, όπου παρουσιάζονται τα γεγονότα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τη μάχη της Κρήτης το 1941, δίνοντας τα χαρακτηριστικά της καθεμιάς,, έκλεισε με τα εξής λόγια που με προβλημάτισαν και γι αυτό τα καταθέτω. «Διδάσκοντας την ιστορία του Ελληνικού κράτους από τη γέννησή του έως την εποχή που πραγματεύεστε στο βιβλίο σας, κύριε Βερέμη, τους λέω: «Γεννηθήκαμε με προβλήματα, μας μεγάλωσαν προβληματικά, και μας βολεύει ακόμα και σήμερα να είμαστε προβληματικοί». Μην παρεξηγήσετε τους χαρακτηρισμούς. Οι ερωτήσεις τους είναι πολλές και σκληρές, κύριε Βερέμη: 400 χρόνια καθόμασταν και ξαφνικά επαναστατήσαμε; Και όσοι επαναστάτησαν το έκαναν μόνο για την Ελλάδα; Οι πολιτικοί γιατί δεν αγάπησαν αυτήν την χώρα; Κι εμείς οι πολίτες τι κάναμε; Γιατί αφήνουμε τους άλλους να μας ελέγχουν; Τι είναι το έθνος; Τι σχέση έχουμε εμείς με τους αρχαίους Έλληνες; Και σε ποιον ανήκει η Μακεδονία; Και γιατί δε μοιραζόμαστε το Αιγαίο με τους Τούρκους να ησυχάσουμε; Γιατί εσείς θα πολεμούσατε, κύριε; Και γιατί κάνουμε παρελάσεις; Και ποιος θεωρείται Έλληνας; Και πώς αποδεικνύουμε ότι αγαπάμε την πατρίδα μας, την Ελλάδα; Και τι μαθαίνουν στις άλλες Βαλκανικές χώρες τα παιδιά της ηλικίας μας από τα δικά τους σχολικά βιβλία της ιστορίας; Και ποιος γράφει την ιστορία; Και πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι; Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι πελατειακές σχέσεις και το ρουσφέτι δε συνάδουν με τη λογική ενός σύγχρονου και ορθολογικού κράτους δικαίου, που οφείλει να υπηρετεί όλους τους πολίτες.

Να παραδεχτούμε ότι η παθολογία των καιρών μας δεν αφορά μόνο τους κυβερνώντες, όσο κι εμάς τους ίδιους τους απλούς πολίτες που επιδεικνύουμε ανοχή στην παρανομία και την ανομία, συντηρώντας τες μάλιστα με τις ενέργειές μας. Να αναλάβουμε προσπάθειες συλλογικές και να συμμετέχουμε διαρκώς στις πολιτικές, με την ευρύτερη σημασία του όρου, διαδικασίες, ώστε να ελέγχεται η εξουσία και να κατοχυρώνεται πρακτικά η αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία. Να δούμε τα πράγματα διαφορετικά και να διαβάσουμε το παρελθόν όλων και όχι μόνο το δικό μας, χωρίς αποσιωπήσεις και στερεότυπα. Να καταλάβουμε ότι αν θέλουμε να είμαστε ενωμένοι, δεν μπορούμε να διαβάζουμε την ιστορία με παρωπίδες και ιδεοληπτικά γυαλιά. Κι εδώ σας χρειαζόμαστε, κύριε Βερέμη. Χρειαζόμαστε τους ιστορικούς να ρίξουν άπλετο φως στην ιστορία, να αποτελέσουν τον δίαυλο επικοινωνίας της κοινωνίας με το παρελθόν της, να μας βοηθήσετε να διδαχτούμε –αν το θέλουμε– από τα λάθη μας, να πιστέψουμε στα καλά μας και να προχωρήσουμε ενωμένοι».

Μετά την τόση μεστή εισήγηση που έθεσε πολλά ερωτηματικά-προβληματισμούς στους αναγνώστες, που σίγουρα οι περισσότεροι συμφώνησαν με τους μαθητές αλλά και με την εισήγηση του κ. Ζαπουνίδη, τον λόγο πήρε ο κ. Βερέμης ο οποίος παρουσίασε την προσωπικότητα του Ιωάννη Μεταξά, αναφέρθηκε σε «πολλά αρνητικά σημεία τού δικτάτορα, στο πώς ανέλαβε την εξουσία, στα λάθη του κατά τον εθνικό διχασμό αλλά και στη μετέπειτα πολιτική του ζωή. Όταν κάποιες φορές εξελέγη βουλευτής ενώ κάποιες άλλες δεν εξελέγη καν. Ωστόσο, ο Ιωάννης Μεταξάς, είχε και κάποια θετικά σημεία, αναγνωρίζοντάς του τη στρατιωτική ευφυΐα, την αγάπη του στην οικογένειά του και τη θρησκεία».  

Ακολούθησαν τοποθετήσεις αλλά και ερωτήσεις προς τον κ. Βερέμη που κάποιες κατέληξαν σε μια έντονη λογομαχία. Ο ακροατής αρνήθηκε να παραδεχθεί πως στο Κατύν τής Ρωσίας, το 1940, το έγκλημα δεν ήταν του Στάλιν, αλλά των Γερμανών. Ενώ επέμεινε, και δεν είχε άδικο πως ο Μεταξάς έκανε στυγνή δικτατορία, αιματοκύλισε διαδήλωση, ενώ τραπεζίτες, βιομήχανοι και εφοπλιστές στο μισό υπουργικό του συμβούλιο. Ακόμη, διαφωνία επήλθε όταν ο κ. Βερέμης χαρακτήρισε τον Ιωάννη Μεταξά ως πατριώτη.

Επειδή η γράφουσα διάβασα το βιβλίο, δεν εντόπισα να αναφέρεται πως ο Μεταξάς ποτέ δεν αισθάνθηκε Έλληνας. Ήταν τρομερά αδίστακτος ο Μεταξάς, πέρασε πολλά στρατόπεδα προκειμένου να γίνει αυτό που επιθυμούσε. Διαπίστωσα επίσης ότι δεν αναφέρεται καθόλου στα βασανιστήρια που, ο φιλόδοξος και χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς Μεταξάς με την έγκριση του βασιλιά, εδραίωσε στυγνή δικτατορία. Φίμωσε τον Τύπο, εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό σε βάρος των προοδευτικών και εφάρμοσε πρωτότυπες μονάδες βασανισμού όπως το ρετσινόλαδο, πάγο, το σιδερένιο στεφάνι και τη γνωστή φάλαγγα. Βασάνισε, εξόρισε, σκότωσε, κατασπατάλησε το δημόσιο χρήμα και διέφθειρε τη νεολαία με την ίδρυση της περίφημης οργάνωσης ΕΟΝ. Δεν υπήρχε άλλη δικτατορία σε αυτή την έκταση μέχρι εκείνη την εποχή.

Όπως και να έχει, είναι καλό να παρευρισκόμαστε σε παρουσιάσεις βιβλίων, να στηρίζουμε τις προσπάθειες των βιβλιοπωλείων, να ανταλλάζουμε απόψεις κι αν κάποιες φορές διαφωνούμε με τον συγγραφέα, είναι αναμενόμενο. Είναι μια αφορμή να αναζητήσουμε κι άλλες πηγές και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Πάντα προς όφελος του βιβλίου.

Στο τέλος της παρουσίασης υπέγραψε αντίτυπα και φωτογραφήθηκε με τους φίλους αναγνώστες.

Δημοσιεύθηκε στο Bookia