Προτάσεις βιβλίων

Εύη Πατσέλη - Ο κύκλος της λήθης

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

 

«Μπορείς να τρέξεις μακριά από τα πάντα,

Αλλά όχι από αυτά που έχεις μέσα σου.

Τούτο το ταξίδι της φυγής είναι εντός μας και μόνο»

Κ.Καρυωτάκης

Το δανείστηκα γιατί μου άρεσε να αρχίσω έτσι. Είναι αλήθεια πώς αυτά που κουβαλάς μέσα σου υπήρχαν πριν να δεις το φως της ζωής και θα φύγουν όταν κλείσει ο κύκλος σου. Είναι η βαλίτσα σου, με τα θέλω και τα πρέπει, τις φοβίες, τα σκοτάδια που θα συνεχίσεις να έχεις αν δεν τη σφραγίσεις και την πετάξεις μακριά. Αν και «Ο κύκλος της λήθης» είναι το πρώτο βιβλίο της Εύης Πατσέλη, διαβάζοντάς το διέκρινα μια λογοτεχνική ωριμότητα. Κοινωνικό με ιστορικές αναφορές, όχι τόσο για τις μάχες που έγιναν και την Μικρασιατική καταστροφή αλλά στις συνέπειες που έφερε αυτή η καταστροφή στον απλό λαό. Η συγγραφέας δίνει το βάρος της στο μετά. Τι απόμεινε από αυτή τη καταστροφή, για τα ψυχολογικά κουρέλια που έμειναν στο Αϊβαλί αλλά και στη Μυτιλήνη, που ήταν ο τελικός προορισμός για τους περισσότερους πρόσφυγες. Και μετά ο Πειραιάς που η αξιοπρέπεια αυτών των ανθρώπων χάθηκε μονομιάς. Θα μου πείτε πάλι βιβλίο για τους πρόσφυγες; Ναι, γιατί οι ιστορίες είναι ατέλειωτες, τα σεντούκια της μνήμης ανοίγουν συνεχώς για να λυτρωθούν οι ψυχές. Ένα τέτοιο σεντούκι ανοίχτηκε στα μάτια της συγγραφέως και τα κατέγραψε η ίδια όπως τ’ άκουσε με μερικές πρόσθετες μυθοπλαστικές πινελιές. Μα δεν είναι μόνο για τους πρόσφυγες. Έχει φιλοσοφικό, κοινωνικό, ψυχολογικό υπόβαθρο.

Αρχίζει ποιητικά και σε παρασέρνει για να γίνεις συνταξιδιώτης της σε τούτο το οδυνηρό ταξίδι.«Πόση φωτιά μπορεί να φέρει η νύχτα; Για πόσο έλεος μπορεί να εκλιπαρήσει κάποιος τους ουρανούς; Και αυτοί πόση οργή να φτύσουν καταπάνω του και να κλείσουν τα παράθυρά τους για να μην ακούνε τις κραυγές; Η φωνή έγινε δάκρυ, το δάκρυ έγινε ουρλιαχτό.Το ουρλιαχτό έγινε αίμα. Το αίμα έγινε θάνατος». Σ’ αυτές τις προτάσεις πιστεύω πώς αποδόθηκε όλο το κακό που ακολούθησε στο Αϊβαλί.

Έντονα συναισθήματα κατακλύζουν τον αναγνώστη και μόλις πάει να πάρει ανάσα, έρχονται οι ανατροπές και η αγωνία νατον καθηλώσουν. Όπως και μένα που το διάβασα σε δυο μέρες, ξενυχτώντας με. Η ροή του, ο σωστός λόγος, μ’ έκανε να νιώσω πώς είμαι κομμάτι αυτής της τραγικής ιστορίας.Πώς μπήκα μαζί με την οικογένεια στη βάρκα για να περάσω απέναντι. Πώς συμπόνεσα τους απλούς χωριανούς που έψαχναν να βρουν μια σανίδα σωτηρίας. Λυπήθηκα για τις γυναίκες που ξεριζώθηκαν και φύτρωσαν σε μια χώρα που δεν τους καλοδέχτηκε, θεωρώντας τες ότι θα τους χαλάσουν τα ήθη. Και μετά; Πώς κατάφεραν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή; Πώς έσπασαν τα εμπόδια που ανορθώθηκαν ως τείχη μπροστά τους; Θα μπορούσαν να ξεχάσουν; Είχαν δικαίωμα στη λήθη; Και στο τέλος; Αφού στάθηκαν στα πόδια τους θα μπορούσαν να συγχωρήσουν τους ανθρώπους που τις πόνεσαν; Πώς να συγχωρέσουν αλήθεια τόσο φθόνο, τόσους κεραυνούς που έπεσαν πάνω τους;

Η Ραφαέλα είναι η πρωταγωνίστρια αλλά και η Ματίνα, η μάνα της που ανέβηκε τον δικό της Γολγοθά. Αποχωρίστηκε το παιδί της γιατί δεν άντεχε την κοινωνική κατακραυγή; Δεν μπορούσε να τη κρατήσει.Δύναμη ή αδυναμία; Για μένα ήταν ένα ψυχοφθόρο ταξίδι. Μια κατάδυση στη σμπαραλιασμένη της ψυχή. Που άφησε τα θέλω στην άκρη και κράτησε τα πρέπει. Δεν ξέρω αν ήταν αληθινά τα πρόσωπα ή μόνο τα γεγονότα. Μα, όπως κι αν είναι, η συγγραφέας μας τους σύστησε τόσο αληθινούς που με κέρδισαν.«Η ζωή μας κύκλους κάνει» λέει ο λαός και η Ραφαέλα τον έζησε πλήρως αυτό τον κύκλο. Δεν ξέχασε τίποτε. Κάτι τη κρατούσε μέσα της να μη δεσμευτεί με κανέναν. Αναζητούσε τη μοναχικότητα και όχι τη μοναξιά. Κι αυτό τα λέει όλα. Ήθελε να είναι λεύτερη, να μην ακούει τους κανόνες κανενός. Να μη θέλει κανένα μόνιμο σύντροφο δίπλα της. Μήπως η απουσία του πατέρα δίπλα της, τής στέρησε αυτή την ανάγκη; Τον εσωτερικό της σταυρό ήθελε να τον κουβαλά μονάχη της κι όχι να τον μοιράζεται. Από κανέναν δεν ήθελε να εξαρτιέται. Η ζωή δεν της έκανε χάρες. Πάνω που πήγε να τις ζήσει σαν να ερχόταν μια κατάρα και τις έκλεβε. Όσο και να έψαχνε μια ταυτότητα να λυτρωθεί, τόσο γρήγορα την έχανε. Ναι, Ραφαέλα Αρζόγλου, ήταν το όνομά της, αλλά αγνώστων γονέων, όπως ήξερε η ίδια. Επώδυνες καταστάσεις, ορφανοτροφείο, ίδρυμα, απαράδεκτες συνθήκες. Οι συνέπειες του εγκλεισμού της στο ίδρυμα είναι ένα άλλο σοβαρό θέμα που θίγει η συγγραφέας μέσα στο βιβλίο. Μακροχρόνιες οι πληγές όλων των παιδιών που δεν σβήνουν.Το αιώνιο γιατί της εγκατάλειψης. Κι αντί οι τότε κοινωνικοί λειτουργοί να τα αγκαλιάσουν, να σβήσουν τον πόνο, τους φέρονταν σα να ζουν σε φυλακή. Αντί να τουςδώσουν φτερά να πετάξουν,τα υποβίβαζαν. Τίποτε το ωραίο λοιπόν στα παιδικά της χρόνια. Μέχρι τα 13 της που έφυγε από το ίδρυμα και γνώρισε γονείς. Έστω και θετούς. Αλλά ένιωσε το χάδι κι ας μη ήταν της βιολογικής της μητέρας. Έζησε την κατοχή, έμαθε να γιατρεύει κόσμο. Να δίνει χαρά και να παίρνει λύπη. Κατάφερε να γιατρέψει τις ανοιχτές πληγές; Μπορούσε να τις γιατρέψει ή ήταν απλά μια ψευδαίσθηση; Ένιωθε συναισθηματικά ανάπηρη και αυτό δεν της έφυγε ποτέ από την ψυχή της. Εδώ φαίνεται ολοκάθαρα ότι η συγγραφέας γνωρίζει απόλυτα τη ψυχοπαθολογία αφού είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας και οδηγεί τον αναγνώστη σε δύσβατα μονοπάτια της ψυχής της Ραφαέλας. «Ήταν σκληρή. Με όλους, αλλά πρωτίστως με τον εαυτό της». Γιατί όμως;Μήπως αυτή η σκληρότητα ήταν η προστατευτική της ασπίδα μετά από όλα τα σκληρά βιώματα που έζησε; Μήπως ήταν η μοναδική άμυνα για να μπορέσει να αντέξει;Μπόρεσε τελικά να ξεφορτωθεί τις ενοχές και τους εφιάλτες από την ψυχή της; Κατάφερε να γνωρίσει τον εαυτό της; Βρήκε τελικά ένα απάνεμο λιμάνι για να λυτρωθεί; Να συγχωρέσει; Μα πρέπει να είσαι δυνατός για να συγχωρέσεις.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είχε γράψει στον Ελ Γκρέκο«Δεν τον φοβάμαι τον Θεό, αυτόςκαταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν»

Άφησε τελικά τον Θεό να επιτελέσει το έργο του; Ανατρεπτικό το τέλος και γαλήνιο. Καλοτάξιδο να είναι και ευχαριστώ γι’ αυτό το ταξίδι!Καλή ανάγνωση!