Προτάσεις βιβλίων

Ευάγγελος Αυδίκος - Οδός Οφθαλμιατρείου

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Πιότερο από το βιβλίο «Οδός Οφθαλμιατρείου» τη γλώσσα του αγάπησα. Παρερμηνεύοντας τους στίχους του μεγάλου Ποιητή Ναζίμ Χικμέτ. «Πιότερο απ᾿ τους ανθρώπους, τα τραγούδια τους αγάπησα». Γιατί το νέο βιβλίο του Ευάγγελου Αυδίκου κλείνει στις σελίδες του τον πλούτο της γλώσσας μας που αγνοούμε. Ένας ποταμός λέξεων και εικόνων διαχέεται στις 194 σελίδες του. Ως διαμάντια στολίζουν τη ταλαίπωρη ζωή του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη που δεν ευχαριστηθήκαμε στα σχολικά μας χρόνια γιατί δεν είχαμε μάλλον τους κατάλληλους δασκάλους να μας τον γνωρίσουν καλύτερα. Να μας αναλύσουν τις λέξεις, τα συναισθήματα και την πορεία του παρεξηγημένου ποιητή.

Και έρχεται μετά από χρόνια ο γλωσσοπλάστης Ευάγγελος Αυδίκος να μας οδηγήσει στα ποιητικά μονοπάτια του. Στις ράχες των βουνών, στην ατέλειωτη ελληνική ομορφιά, στην άγνωστη ζωή του και το πάθος του για τα γράμματα. Τα βιβλία και τον παιδεμό με τις λέξεις. Είναι ένα βιβλίο- μάθημα για τους νέους ποιητές και γραφιάδες. Γιατί τότε, το να εκδώσεις ένα βιβλίο δεν ήταν τόσο απλό όπως σήμερα. Γνωρίζουμε διαβάζοντας το, όλο το ταξίδι του στον μαγικό κόσμο της συγγραφής. Την αγωνία του να ρουφά ότι βιβλίο, ότι εφημερίδα βρισκόταν μπροστά του. Προτιμούσε να φορά τρύπιο παντελόνι και με τα λιγοστά χρήματα που κέρδιζε να αγοράζει βιβλίο. Προτιμούσε να δουλεύει σε ένα τυπογραφείο, να γευτεί όλη τη πίκρα και την απογοήτευση μέχρι να αναγνωριστεί. Ο συγγραφέας μας οδηγεί στον δρόμο όπου άρχισε το δράμα του ποιητή και πεζογράφου. Το υπόγειο του τυπογραφείου Παπαγεωργίου φιλοξένησε τις πρώιμες φιλοδοξίες του. Να μπορέσει να γράψει και να γίνει αποδεκτός από το λογοτεχνικό σινάφι και την κοινωνία της Αθήνας. Μια μάχη άνιση. Πρόσφυγας στην Αθήνα του 1889, χωρίς πόρους και με τις ένθερμες υποσχέσεις να φυλλοροούν αφήνοντάς τον μόνο του.

Η αγωνία για την επιβίωση αλλά και η υπέρβαση των δυσκολιών. Η πάλη με το αδύναμο σώμα και η φλόγα της δημιουργίας. Μια φλόγα που μένει αναμμένη για τον Κώστα Κρυστάλλη. Η Ποίηση για εκείνον δεν ήταν πάρεργο αλλά έργο.     Ο συγγραφέας τον ανασταίνει μετά από ενάμιση αιώνα και σκηνοθετεί την επιστροφή του στην Αθήνα, για να συνεχίσει τη συζήτηση που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Συναντιέται με τον Κριστ/Χρήοτο, τον νεαρό πατριώτη του που αναζητεί τον εαυτό του. Ο Χρήστος γίνεται η αντανάκλαση του Ποιητή και τον βοηθά να σκάψει την ύπαρξη του φωτίζοντας σε μας τις σκέψεις του. Μέσα από τον Ποιητή, ο νεαρός συμπατριώτης του που ήρθε από την Αμερική ωριμάζει και συμβαδίζει στα σκοτεινά σκαλοπάτια του. Ο Κρυστάλλης βρίσκει την ευκαιρία να μας συστηθεί καλύτερα. Αυτό που δεν κατάφερε κανείς να πετύχει στα σχολικά μας χρόνια. Ο λαογράφος Ευάγγελος Αυδίκος ξεδιπλώνει τις γνώσεις του- τυχεροί είναι οι φοιτητές του που κερδίζουν τόσα πολλά και τους ζηλεύω- και μας μιλά για τους Ηπειρώτες, το χωριό του, τον ξενιτεμό, την απαξίωση που ένιωσε ο ποιητής στην Αθήνα. Μέσα από τις όμορφες λέξεις του μου φάνηκε πιο ελαφρύς ο πόνος των βοσκών, η δύσκολη ζωή τους και τα εμπόδια που μόνο με αγώνα ξεπερνιούνται. Τραγουδιστή, ποιητική η γραφή του. Τη ζήλεψα. Ο αναγνώστης θα διακρίνει το παράπονο, τη πικρία για τη πατρίδα που ενώ η οικογένεια του πολέμησε για τη λευτεριά της Ηπείρου, εκείνη την αγνόησε, αδιαφόρησε, την ξέχασε. Την πέταξε στο περιθώριο. Πολλοί έχουν νιώσει αυτή τη λησμονιά από τότε μέχρι σήμερα. Τελικά τι ήταν η πατρίδα για τον Κώστα Κρυστάλλη; Τι είναι η πατρίδα για όλους εμάς απέναντι της; Είναι η ιστορία; Τα ήθη και έθιμα; Η υποχρέωση απέναντι της ή η ευθύνη για τις επόμενες γενιές;

Ο θάνατος, η ξενιτιά, η μοναξιά, η μνήμη είναι το κέντρο του βιβλίου. Και από εκεί αρχίζει το όμορφο ταξίδι στη λογοτεχνία. Μια λογοτεχνία που τον Κώστα Κρυστάλλη του έκαψε τα σωθικά. Που ρουφούσε τις λέξεις ως καρπούς μέχρι τη τελευταία σταγόνα. Φτάνει αλήθεια η λογική, η γνώση, της τεχνικής στη δημιουργία; Όπως ορθά ρωτά μέσα στο βιβλίο; Όχι δεν φτάνει. Θέλει να νιώσει τον συγκλονισμό του. Αν δεν συγκλονίζονται τα σωθικά πώς μπορείς να γράψεις;

Γράφει στη σελίδα 184: «Πού να αντέξουν τη δική μου παρουσία. ……Είχαν συνηθίσει στα μουντά χρώματα κι όταν η δική μου Ποίηση έφερε το χρώμα της φύσης τρόμαξαν. Ταράχτηκαν γιατί ήρθαν αντιμέτωποι μ’ ένα κόσμο που δεν τον ήξεραν. Αυτοί έγραφαν ποιήματα των πόλεων και των σπουδαστηρίων. Ήταν ποιήματα γραμμένα στα σαλόνια για να διαβαστούν στα σαλόνια»

Δεν ήθελα να μπω στην υπόθεση του έργου. Αυτό το ταξίδι είναι μοναχικό του κάθε αναγνώστη. Τσάκισα πολλές σελίδες που ήθελα να αναφέρω στη πρόταση μου για να διαβάσετε τούτο το βιβλίο. Μα δεν χωρά όλος ο πλούτος που αντάμωσα. Το πώς ένιωθε τη λογοτεχνία ο Κώστας Κρυστάλλης. Το πάθος και οι λέξεις. Οι λέξεις όπως αδολεσχία, ακουρμάω, αλτάνες, αμάλαγος, ανεμόλοχο, ασπρογαλάζω, βάτρα, λαρώνω, ρονιά, χάκι είναι λιγοστές από όσες αντάμωσα και είναι ενδεικτικές. Πολύ σπάνια τις ανταμώνουμε σε λογοτεχνικά βιβλία. Ένιωσα πόσο φτωχοί είμαστε   στο λεξιλόγιο μας οι Νεοέλληνες. Πόσο δεν παιδεύουμε τις λέξεις. Ο Ευάγγελος Αυδίκος μέσα στο βιβλίο του συναντά τον Βαλαωρίτη, τον Βιζυηνό, τον Γκάτσο, τον Γκανά Μιχάλη, τον έτερο Ηπειρώτη ποιητή που του αφιερώνει το βιβλίο παίρνοντας ψήγματα της γραφής τους. Με δίδαξε πολλά. Ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν ένας δάσκαλος για όλους εμάς τους νέους που λέμε πώς είμαστε λογοτέχνες.

Καλοτάξιδο να είναι και προκαλώ τους φίλους αναγνώστες να διεισδύσουν σε κάθε του λέξη. Είναι πραγματικά ένα στολίδι στη σημερινή λογοτεχνία. Οι εικόνες και οι λέξεις θα σας ταξιδέψουν και θα σας συστήσουν από την αρχή τον Κώστα Κρυστάλλη που αγνοούσαμε ή γυρίσαμε πλάτη στο παρελθόν της λογοτεχνίας μας. .