Προτάσεις βιβλίων

Ελένη Πριοβόλου - Στη ζωή νωρίς νυχτώνει

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

«Έφυγε η ζωή και ούτε που γύρισε το βλέμμα»

Οκτάβιο Παζ «Επαναλήψεις»

Γνώρισα αργά τη γραφή της Ελένης Πριοβόλου. Μόλις το 2010 με το μυθιστόρημα της «Όπως ήθελα να ζήσω» και με τράβηξε δίπλα της ως φανατική αναγνώστρια της. . Για τη γραφή της έχουν γράψει λογοτεχνικοί κριτές , όπως για τη ποιητικότητα που έχουν τα κείμενα της, για τις μικρές προτάσεις που χρησιμοποιεί , για τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί καθώς και για την αρμονία που υπάρχει διάχυτη μέσα στις σελίδες της. Εγώ ως αναγνώστρια θα μπορούσα να προσθέσω πώς με συγκλόνισε. Πέρα ως πέρα δυνατή , χωρίς τη παραμικρή επιθυμία επίδειξης, χωρίς να θέλει να ομορφαίνει τα πράγματα. Μέσα στα βιβλία της βρήκα τη ψυχή της. Ο λόγος της συνεχίζει να είναι πράξη πολιτική, συνειδητή προσπάθεια όλων μας στο να αλλάξει ο κόσμος. Γροθιά σ’ αυτά που έζησαν οι προηγούμενοι και ζουν οι σημερινοί. Το έχει καταφέρει τόσα χρόνια γι αυτό έχει κερδίσει και απαιτητικούς αναγνώστες. Κάθε βιβλίο της είναι μια εσώτερη κραυγή, μια διαμαρτυρία, ένα πάθος για τη ζωή. Με πολλά μηνύματα που οδηγεί τον υποψιασμένο αναγνώστη να σημαδέψει πολλές σελίδες και να πισωγυρίσει πολλές φορές για να νιώσει τον παλμό της.   Μου αρέσει γιατί είναι αληθινή. Και γι αυτό ακριβώς το λόγο οι αναγνώστες τη τιμούν με την απόδοση των βραβείων αναγνωστών.

Όπως και στο νέο της βιβλίο «Στη ζωή νωρίς νυχτώνει» από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που έχουν βρει στέγη τα περισσότερα βιβλία της. Όσο γνωρίζω τη συγγραφέα, την βλέπω μέσα και σ’ αυτό βιβλίο της. Βλέπω τις ανησυχίες της που είναι και δικές μου, βλέπω τη θετική διάθεση της δίνοντας μας μηνύματα για αφύπνιση ώστε να αλλάξουμε αυτό τον κόσμο. Μπήγει το μαχαίρι και ξύνει τις πληγές. Μα και τις επουλώνει. Διακρίνω όμως και ένα παράπονο για τις επόμενες γενιές, καθόλου αδικαιολόγητο. Θα σταθεί τόσο δυνατή να κάνει ένα βήμα πιο πέρα. Να αλλάξει , να αγωνιστεί προς το καλύτερο για την μεθεπόμενη γενιά. Αλήθεια; Υπάρχει διάθεση για αγώνες; Ή την έχουμε απογοητεύσει τόσο πολύ που δεν υπάρχουν περιθώρια; «Σε κάθε κοινωνία , ανάλογα με το πολιτικό της σύστημα, αλλά και κάθε εποχή , τα ίδια έπραττε η κρατούσα ιδεολογία. Σήμερα, με την παγκόσμια κυριαρχία του χρήματος ο στόχος είναι να παράγονται περισσότερο άνθρωποι-εργαλεία παρά πολίτες…… Με σας δε τους νέους, το υπέρ-καθεστώς πέτυχε τον στόχο του». Οι ηρωίδες της αυτοσαρκάζονται και η κάθε μια ανοίγει τις πόρτες του άγνωστου εαυτού τους. Επώδυνη καταβύθιση όπως γράφει στο βιβλίο της αλλά απαραίτητη. Μνήμες δυνατές αλλά και ταξιδιάρικες σε όλο το βιβλίο. Μα, χωρίς τη μνήμη μπορούμε να πορευτούμε; Πώς θα χτίσουμε το μέλλον; Το άρωμα της Ποίησης του Οκτάβιο Παζ διαχέεται παντού. «Και η ζωή με προσπερνά /χωρίς ούτε μια πράξη να φανεί δική μου/Και η μέθη να τινάζεις στον αέρα τον θάνατο /με το σχεδόν άγγιγμα των φτερών μιας εικόνας» που φαίνεται πώς την επηρέασε πολύ.  

Σ’ αυτό το βιβλίο επέλεξα καθαρά τα μηνύματα που μου έδωσε μέσα από τους ήρωες της, με ταξίδεψε στη Βηρυτό, τη χώρα των Κέδρων, με τα αρώματα, τις μάχες αλλά και έμαθα για τα πολιτικά παιχνίδια που παίχτηκαν στις πλάτες των λαών. Που η θρησκεία πάλι ήταν ο πρωταγωνιστής σε εκείνο τον πόλεμο όπου χάθηκαν πολλές ζωές και κρατά καλά ακόμη.

Μέσα από τις ζωές της Άριας και της Οριάν, βλέπουμε να περνούν ιστορικά γεγονότα που τάραξαν τις ζωές τους από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα. Από την Αθήνα και τον Καναδά του αντιδικτατορικού αγώνα μέχρι τον Λίβανο του αιματηρού εμφυλίου πολέμου, το μυθιστόρημα ακροβατεί ανάμεσα στην καταστροφή και την αναδημιουργία, στο παρελθόν και το παρόν, στην Ανατολή και τη Δύση. Βρίσκουμε στις σελίδες του τον Αραφάτ, τον Παπανδρέου, τον Θεοδωράκη, τη Μελίνα αλλά όλο το πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής. Γνωρίζουμε τον Άλεν και τη Ρόη που η ζωή τους συνεχίστηκε μέσα από τη ποίηση του Γκίνσμπεργκ και άλλων ποιητών της μπιτ λογοτεχνίας. Μου άρεσαν οι δυο αυτοί ήρωες γιατί δεν άλλαξαν τη ζωή τους όταν μεγάλωσαν. Έζησαν με την ίδια φιλοσοφία που πίστευαν.   Σε αντίθεση με άλλους που ενώ ήταν αριστεροί και διωκόμενοι από τη χούντα, άλλαξαν στο δρόμο φορεσιές. Μα τι να πούμε στις επόμενες γενιές για όλους αυτούς που άλλαξαν φορεσιές; Θα μας γυρίσουν τη πλάτη και δίκιο θα έχουν. Θα δούμε ήρωες που θα μας καταπλήξουν, θα μας συγκινήσουν, όπως η Οριάν, η Άρια, η Όζ, η Όλια, ο Καμάλ αλλά και θα σας προβληματίσουν όπως ο Σέργιος, ο Ντίνος, ο Τάσος , ο Εμίλ και στο τέλος θα σας βγει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Μα δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν κι αυτοί που δεν πουλήθηκαν, που είχαν και έχουν οράματα και ιδανικά για να ομορφύνουν τον κόσμο. Που τίμησαν τους αγώνες των προηγούμενων και στέκονται περήφανοι. Μπορεί στο περιθώριο, στη σιωπή μα έχουν αξιοπρέπεια. Όπως ο πατέρας της Άριας.

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποια κομμάτια μου άρεσαν περισσότερο. Συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό που γράφει η Ελένη Πριοβόλου στον πρόλογο της. «Να ήταν μπορετό κάθε φορά να κλείσω μέσα σε ένα βιβλίο όχι ένα πράγμα αλλά όλο τον κόσμο». Ναι, για μένα ήταν όλος ο κόσμος γιατί σε πολλά σημεία ένιωσα ότι ήταν ο δικός μου κόσμος. Έζησα μέσα του.

Ευχή μου να νιώσουν οι αναγνώστες σου, κομμάτι του βιβλίου. Να ξαναγεννηθούν και να αναμετρηθούν. Για τους περισσότερους της δικής σου γενιάς μα και της δικής μου που ζήσαμε έντονες στιγμές σίγουρα θα νιώσουν τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και την αγωνία σου για τις επόμενες γενιές.

Καλοτάξιδο Ελένη Πριοβόλου!