Προτάσεις βιβλίων

Μάνθος Σκαργιώτης - Ουμπούντου

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

«Ουμπούντου». Δηλαδή, «υπάρχω, γιατί υπάρχουμε». Αλλιώς, «δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, αν έστω κι ένας από εμάς είναι λυπημένος».

Αλήθεια; Πόσοι από μας έχουμε νιώσει ή έχουμε πει αυτή τη φράση όπως αυτή η φυλή στα βάθη της Αφρικής που εμείς τους θεωρούμε απολίτιστους; Στην πολιτισμένη Ελλάδα λέμε «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» ή «έξω από την πόρτα μας να κάνουν ότι θέλουν».  

Ξεκινώ μ’ αυτή τη πρόταση που ενυπάρχει σ’ αυτό το νέο εξαιρετικό βιβλίο «ΟΥΜΠΟΥΝΤΟΥ» του συγγραφέα Μάνθου Σκαργιώτη από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και το λέω εξαιρετικό γιατί εκτός από τις ανατροπές που υπάρχουν στις σελίδες του και θα τις ανακαλύψουν μόνοι τους οι αναγνώστες, βρίθει από αντιρατσιστικά μηνύματα και προβληματισμούς. Οι δέκτες μπορεί να είναι αντιρατσιστές αλλά δεν αποκλείονται και όσοι έχουν παρασυρθεί από την σημερινή κατάσταση που έχει έρθει η χώρα μας και ρίχνουν τις ευθύνες σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήρθαν ως πρόσφυγες για επιβίωση.

Ο συγγραφέας μας πήγε στην Αφρική, τότε που οι λευκοί άποικοι, -και οι Έλληνες- εκμεταλλεύτηκαν τους ιθαγενείς στο έπακρον, τους φέρθηκαν απάνθρωπα έχοντας την κάλυψη των κυβερνώντων αφού το απαρτχάιντ ήταν στις δόξες του. Αυτό το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη του Έλληνα Δημήτρη Τσαφέντα που στις 6 Σεπτεμβρίου του 1966, μέσα στο χώρο του κοινοβουλίου, δολοφόνησε, μαχαιρώνοντάς τον τέσσερις φορές εντός του κοινοβουλίου, τον Πρωθυπουργό της χώρας, Χέντρικ Φερβούρντ. Να θυμίσω τους αναγνώστες πώς σύμφωνα με τους φυλετικούς νόμους του Απαρτχάιντ, ο Τσαφέντας ήταν λευκός. Όμως επειδή λόγω της μιγάδας μητέρας του είχε σκούρο δέρμα αντιμετώπιζε συνεχώς τα ρατσιστικά σχόλια και τις κοροϊδίες της λευκής νοτιοαφρικάνικης κοινωνίας. Επειδή ήταν λευκός δεν μπορούσε σύμφωνα με τους φυλετικούς νόμους να παντρευτεί γυναίκα μη λευκή, έτσι κάποια στιγμή ο Τσαφέντας ζήτησε να καταχωρηθεί ως «Έγχρωμος», μια νομική κατηγορία για μιγάδες που πρόσδιδε λιγότερα προνόμια απ' τους λευκούς αλλά περισσότερα απ' τους μαύρους, προκειμένου να παντρευτεί την μιγάδα φίλη του, ωστόσο η αίτησή του απορρίφθηκε. Έτσι έφτασε στον φόνο και τον συνέλαβαν.   Με κέντρο τον Τσαφέντα λοιπόν ο συγγραφέας στήνει ολόκληρο το σκηνικό, με καλοδουλεμένη πλοκή, με ήρωες που είτε θα τους συμπαθήσει είτε θα τους μισήσει ο αναγνώστης, κι εκεί είναι η επιτυχία του, μας φέρνει μπροστά σε γεγονότα άγνωστα στους περισσότερους.  

Μας δίνει την εικόνα της διαφθοράς και των κυκλωμάτων, μας μιλά για τα δάνεια και το τραπεζικό σύστημα πριν και μετά την κρίση, και πως η δύναμη του χρήματος καλύπτει το δίκιο και την αλήθεια, μπαίνοντας στη κλειδαρότρυπα των οικογενειών του Ευγένη και της Βασιλένιας, της Εργίνας και του Δονάτου, της οικογένειας της Λούσιως που οι προκαταλήψεις τους πλέκουν την ιστορία και ζούμε απανωτές ανατροπές. Στις περισσότερες από αυτές τις τραγωδίες βλέπουμε κατάματα την διαχρονική αλαζονεία και το ανελέητο κυνηγητό των αδύναμων κοινωνικά ανθρώπων. Ζούμε την Ελλάδα των πολλών πολιτισμών που η μνήμη χάνεται και γινόμαστε έρμαια του φυλετικού φανατισμού. Ξεχνούμε πώς μας αποκαλούσαν «Βρωμοέλληνες». Ξεχνούμε που δεν μας επέτρεπαν να πηγαίνουμε στα μαγαζιά όπου συνευρίσκονταν οι κάτοικοι που μας φιλοξενούσαν κι αντί να μας γίνουν μαθήματα όλα εκείνα, τους φερόμαστε κι εμείς απάνθρωπα. Ο συγγραφέας παραλληλίζει τους σύγχρονους μετανάστες του δουλεμπορίου με τους μετανάστες παλαιότερων ετών καθώς και τη ζωή του Δημήτρη Τσαφέντα, μέσα από το έργο του μουσουργού ετεροθαλή αδερφού του γαιοκτήμονα, ο οποίος μέσα από τη λαϊκή του όπερα δείχνει τα δεινά που προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο, αποτυπώνοντας κάθε ιδεολογία του τότε αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου και αφυπνίζει συνειδήσεις. Μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης θα νιώσει τη ταπείνωση και την εκμετάλλευση μέσα από τη ζωή μεγάλων αγωνιστών όπως του Μαχάτμα Γκάντι και του Νέλσον Μαντέλα.

Θαρρείς πώς η λευκή φυλή είμαστε κυρίαρχη και έχουμε δικαιώματα στη ψυχή και το σώμα τους. Σίγουρα η ανέχεια δημιουργεί ρατσιστικά τέτοια φαινόμενα θα μπορούσαν να πουν κάποιοι για να δικαιολογηθούν αλλά αν πιστεύουμε στη Χριστιανική πίστη, δεν δικαιούμαστε να μιλούμε κατά των κυνηγημένων αυτών προσφύγων. Είναι εύκολο να παρερμηνεύουμε τα λόγια Του και δυστυχώς αυτές οι εθνικιστικές εξάρσεις είναι από ανθρώπους που κρατούν τον σταυρό και τη σημαία. Αναφέρεται ένας Θεός ίσος για όλες τις φυλές της γης. «Το βλέμμα των κατατρεγμένων είναι το ίδιο όπου γης». Στη σελίδα 79 διαβάζουμε «Οι Μαύροι άνθρωποι είναι διασταύρωση του Κάιν με θηλυκό πίθηκο. Καμία ενοχή» κι όταν αυτά τα λόγια ξεστομίζονται από τα χείλη ιερέων , τότε σοκαρίζεσαι περισσότερο. Ενώ οι ήρωες λένε στη σελίδα 91 «Αποπαίδια είναι ,πουτανοπιάσματα του Σατανά. Ο Θεός λάθεψε και αντί να τους κάνει ζώα τους έκανε μαύρους. Και ύστερα μας τους έδωσε να μας υπηρετούν»

Ο συγγραφέας μέσα από αυτά τα γεγονότα που μας συγκλονίζουν, που μας θυμώνουν και μας εξοργίζουν, προσπαθεί και μας ηρεμεί, μας χαλαρώνει με πανέμορφες εικόνες της ελληνικής φύσης γεμάτες «ήπιες ρεματιές, ήμερα γκριζωπά βράχια, άσπρο εκκλησάκι σε απλοτοπιά,   κουμαριές, κέδρα, φιλίκια και αμάλαγα βοσκοτόπια. Ήταν σίγουρα απαραίτητες για να αποφορτίσουν.

Ο συγγραφέας στον παραλληλισμό του, μας φέρνει την κρίση των τελευταίων χρόνων όπου το τραπεζικό σύστημα μας ισοπέδωσε, μας εξαθλίωσε και μας έκανε θηρία ώστε να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες είδαν απέναντι τους ένα λαό που θέλει να φάει τη σάρκα τους, που τους εκμεταλλεύτηκε ξανά σε νέες Μανωλάδες και βλέπει τα παιδιά με τα μαύρα μπλουζάκια που με τα συνθήματα, τους τρομάζουν, τους κυνηγούν και τους σκοτώνουν με τη σημαία και τον σταυρό.

Στη σελίδα 229 αναρωτιόμαστε «νομίζεις πώς ευθύνονται οι ξένοι για τη κατάντια μας;»

Όχι, δεν ευθύνονται οι ξένοι μα η έλλειψη της ατομικής μας ευθύνης. Για να φτάσουμε εδώ που είμαστε, εμείς οι ίδιοι φταίμε. Καλοτάξιδο να είναι κύριε Σκαργιώτη κι ας ευχηθώ να γίνουν κτήμα μας τα μηνύματα του. Ναι, ένα βιβλίο σαν αυτό μπορεί να αλλάξει τον κόσμο αρκεί να πάρουμε την ευθύνη. Το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται όταν εμείς το επιτρέψουμε..