Προτάσεις βιβλίων

Τηλέμαχος Κώτσιας - Σινική Μελάνη

Σινική μελάνη είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Τηλέμαχου Κώτσια από τις εκδόσεις Πατάκη. Ενώ στα προηγούμενα βιβλία του έδινε μας εικόνες από το καθεστώς ολοκληρωτισμού που έζησε στο πετσί του και ο ίδιος, στο νέο του βιβλίο ασχολήθηκε με τις πιο ακραίες συνθήκες επιβίωσης του ανθρώπου στα εξοντωτικά στρατόπεδα εργασίας. Μέσα από τους ήρωες του ζήσαμε τρομακτικές και φρικιαστικές εποχές που δεν θα ήθελαν να ζήσουν και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές αυτού του συστήματος. Κι αν οι φίλοι αναγνώστες έζησαν ένα μικρό σοκ άγνοιας της ιστορίας αυτού του ξεχασμένου Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού μέσα από τις σελίδες «Στο κόκκινο του ουρανού», στη «Σινική μελάνη» θα ζήσουν τα πιο συνταρακτικά κρυμμένα γεγονότα αυτών των ανθρώπων- μαρτύρων της ελευθερίας γιατί κάποιοι τα έκρυψαν πολύ καλά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.  

Δεν σχολιάζω το ύφος, τη γλώσσα και την γραφή του συγγραφέα γιατί είναι αυτονόητα άριστη. Όσοι έχουμε διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία του γνωρίζουμε καλά πώς ρέει η γλώσσα και πόσο άμεσο, ζωντανό είναι το μυθιστόρημα . Δεν γνωρίζω αν οι ήρωες είναι αληθινοί ή μυθοπλαστικοί. Οι δύο από αυτούς Βασίλης και Γιάννης Κώτσιας είναι στενοί συγγενείς. Ο Γιάννης Κώτσιας είναι ο πατέρας του συγγραφέα όπου αφιερώνεται το βιβλίο. Τα γεγονότα είναι σίγουρα αληθινά. Αφέθηκα στο αναγνωστικό ταξίδι που μας συνοδεύει ο συγγραφέας.

Σινική είναι η ανεξίτηλη μελάνη που γράφτηκαν και διανεμήθηκαν οι προκηρύξεις κατά του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, στα σπίτια Βορειοηπειρωτών για να τους ξεσηκώσουν και να επαναστατήσουν. Ο Φώτης, ο Αριστοτέλης και ο Σωτήρης ήταν νέοι που το αίμα τους έβραζε για ελευθερία, για αξιοπρέπεια. Οι αφελείς τους προσπάθειες στιγμάτισαν όλη τη ζωή τους. Κι όχι μόνο τη δική τους αλλά και των οικογενειών τους. Εχθροί του κράτους. Πώς μπορείς όμως να κρατήσεις τα νιάτα που φλέγονται να ανασάνουν ελεύθερα.

Ο συγγραφέας παίρνει νοερά το χέρι μας και μας γνωρίζει την Δερβίτσιανη και τα γύρω Ελληνικά χωριά της Δρόπολης, που απέχει μοναχά είκοσι χιλιόμετρα από την Ελλάδα, που απομονώθηκε με τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, που το ευλόγησε ο Κοσμάς Αιτωλός μα η ευλογία χάθηκε μαζί με την ελευθερία. Πηγαίνουμε στη Δρόπολη με τους κάμπους της, αγναντεύουμε τα άγρια βουνά, τα νταμάρια όπου έβγαιναν οι πλάκες της και έχτιζαν όλα τα σπίτια. Έφτιαχναν τις σκεπές όλων των σπιτιών που έφταναν μέχρι και για τα σπίτια του Αργυρόκαστρου. Μας ταξιδεύει εκεί που για τους περισσότερους από εμάς σίγουρα θα ήταν ο τελευταίος τουριστικός προορισμός. Μας πάει μέχρι τον ποταμό Δρίνο, «που υπήρχε πριν εμφανιστεί ο άνθρωπος χωρίς να νοιάζεται για σοσιαλισμό ούτε για τους εχθρούς κουβαλώντας αδιάκοπα νερό από την Ελλάδα». Μας γνωρίζει την καθημερινότητα των κατοίκων, το δελτίο τροφίμων, τα γραμμάρια καφέ και της ζάχαρης, τις σχολές, τα μέσα μεταφοράς όπως την φυσαρμόνικα. Την αγάπη τους για το Ελληνικό ποδόσφαιρο και τον Χαντζηπαναγή, το ίνδαλμα που όλοι ήθελαν να του μοιάσουν όλα τα Ελληνόπουλα της Μειονότητας. Στον αντίποδα, οι αξιωματούχοι χαιρόταν τις καταχρήσεις, τα ρουσφέτια, τα τραπεζώματα. Γι αυτούς τους αξιωματούχους δεν υπήρχε η κατηγορία για αντικαθεστωτική ενέργεια. Ήρθαν αντιμέτωποι με το πιο σκληρό πρόσωπο της εξουσίας: τη μυστική ασφάλεια.

Γράφει ο συγγραφέας στη σελ 39 «οι τρεις τους είχαν γίνει μια μυστική ομάδα, σαν ιερή συμμαχία που είχαν ξύσει την επιδερμίδα της κοινωνίας και είχαν ανακαλύψει το πύον που κρυβόταν από κάτω. Ο Φώτης, ο Αριστοτέλης και ο Σωτήρης ανακάλυπταν ένα αθέατο κόσμο μέσα από τη τηλεόραση. Μαγικό όσο το κόμμα έλεγε πώς είναι διεφθαρμένος αυτός ο κόσμος. Κι όμως ο δικός τους ήταν σκοτεινός. Στέναζε». Οι τρεις τους δεν σκεφτόταν τι θα γινόταν αν τους έπιαναν, ποια θα ήταν η μετέπειτα ζωή τους και ποιες καταστροφικές συνέπειες θα είχαν τα μέλη των οικογενειών τους. Εκείνοι θα ήταν οι συγγενείς των εχθρών. Και με την ασφάλεια που κρατικοί και παρακρατικοί έκαναν τα πάντα ώστε να περνούν αυτοί καλά και ο λαός, ο στρατιώτης λαός να μη τολμά να βγάλει ψίθυρο. Με το Κόμμα που η εικόνα του έπρεπε να μείνει ανέγγιχτη κι όποιος τολμούσε να την αμαυρώσει γινόταν εχθρός του κράτους. Η ρήση; «Το ποτάμι κοιμάται, ο εχθρός δεν κοιμάται». Κόμμα και ασφάλεια λοιπόν. Παρακρατικοί και κρατικοί που ο καθένας στηρίζοντας τον Χότζα, ονειρευόταν μια καλύτερη θέση. Αυτοί έκαναν κουμάντο ποια οικογένεια θα φυλακιστεί, ποιο παιδί θα σπουδάσει ή όχι, ποιοι θα φυλακιστούν στα ορυχεία για πόσα χρόνια για αντεθνική προπαγάνδα. Μας πάει στις φυλακές του Αργυρόκαστρου, μας περιγράφει τα βασανιστήρια που δέχτηκαν, για τον φόρο του αίματος που πλήρωσαν. Πολλούς από αυτούς τους εξαφάνιζαν ή τους εκτελούσαν χωρίς να δίνουν λογαριασμό στους δικούς τους. Γράφει στη σελίδα 138 «Για τους απόφοιτους των ανωτάτων σχολών που δεν χρειάζονταν καλές επιδόσεις στα μαθήματα παρά μόνο τυφλή αφοσίωση στο κόμμα, με καταγωγή από οικογένεια επίσης αφοσιωμένη στο κόμμα, έμπαιναν με πολιτικά κριτήρια γι αυτό και όφειλαν να υπηρετούν πιστά το κόμμα που τους τίμησε με τέτοια θέση.» Μου θύμιζε διαβάζοντας το τους χωροφύλακες στα χρόνια της δικής μας δικτατορίας. Κόκκινη ή μαύρη, το ίδιο είναι. Το χρώμα αλλάζει. Ο φόβος είναι ίδιος. Κι από την άλλη έχουμε την αφόρητη πίεση και εκβιασμό προς τα μέλη της Ελληνικής μειονότητας. Οι φυλακές, τα ξερονήσια, η ΕΑΤ-ΕΣΑ με άλλο όνομα.

Το κατηγορητήριο; Πώς τολμούσαν να γράψουν αυτά τα αίσχη για το Κόμμα αφού αυτό τους φροντίζει να έχουν εξασφαλισμένη παιδεία, υγεία, δουλειά για τους γονείς τους και μια ευτυχισμένη ζωή για όλους. Με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Και οι τρεις νέοι τα κλώτσησαν όλα με τόση έχθρα, τόσο μίσος και με τόση απερισκεψία!... Οι προκηρύξεις και η διανομή τους αυτόματα σήμαιναν μπουντρούμια και συνέχεια ορυχεία Σπατς. Πηγαίνουμε μαζί του νοερά στο μακρύ οδοιπορικό προς το ορυχείο Σπατς. Εκεί όπου ο άνθρωπος εξευτελιζόταν, εκεί που η ζωή δεν είχε καμιά αξία. Εκεί που υπήρχαν οι ξεπεσμένοι άρχοντες και οι ζητιάνοι. Εκεί που η τροφή ανήκε σ’ αυτούς που δούλευαν στα καμιόνια. Αυτοί που ήταν στην απομόνωση κι αυτοί που ήταν άρρωστοι ή ηλικιωμένοι εξαιρούνταν από τη τροφή. Κι εκεί, ο Αριστοτέλης ενώ περίμενε αλληλεγγύη και συναδέλφωση αντάμωσε ψυχρότητα των συγκρατούμενων, επιφυλακτικότητα και διστακτικότητα. Περίμενε μα ποιος τολμούσε να κάνει οτιδήποτε για να αφήσει τα κόκκαλα του εκεί. «Πίστευε ότι οι άνθρωποι εδώ θα είχαν ελεύθερο το πνεύμα, να σκέφτονται, να ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία…..» Και οι καταδότες; Οι φελλοί πάντα θα επιπλέουν, θα τους βρίσκουμε παντού μπροστά μας σε θέσεις καίριες, κρατικές. Παντού και πάντα θα υπάρχουν.

Κλείνοντας, σας καταθέτω τις παρακάτω φράσεις:

«’Έξω από τη φυλακή οι άνθρωποι φοβούνταν μη χάσουν αυτό που οι φυλακισμένοι ήδη είχαν χάσει, την ελευθερία τους»

«Οι γενναίοι σκοτώνονται στον πόλεμο, ρίχνονται στον γκρεμό, ανατινάζονται στο Κούγκι, και οι προσκυνημένοι διαιωνίζουν το είδος κληροδοτώντας τη κακή πλευρά. Η επόμενη γενιά θα είναι μπασταρδεμένη, οι απόγονοι των προσκυνημένων.»

«Η εκδίκηση χρειάζεται μεγάλη τόλμη. Τελικά συγχωρούμε λόγω δειλίας αφού δεν μπορούμε να εκδικηθούμε ή τουλάχιστον κάνουμε πώς συγχωρούμε αλλά κρατάμε το μίσος μέσα μας και υποφέρουμε;»

Καλοτάξιδη η «Σινική μελάνη» κύριε Κώτσια.