Ρεπορτάζ

Τζούλια Γκανάσου, «Γονυπετείς», στην Τήνο

Την Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017, στις 20:00, παρουσιάστηκε  στον όμορφο και νέο πολυχώρο «Αντίλαλος» στην Χώρα της Τήνου, η νέα νουβέλα της Τζούλιας Γκανάσου«Γονυπετείς», από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Ένα όμορφο βιβλιοκαφέ που δίνει ένα φρέσκο αέρα στη χώρα της Τήνου και υπόσχεται να γίνει  κυψέλη προβληματισμού, συνεύρεσης των αναγνωστών και όλων των ανήσυχων ανθρώπων της.

Ομιλητές της παρουσίασης ήταν ο φιλόλογος και συγγραφέας Γιώργος Αλβέρτης και η ηθοποιός και σκηνοθέτις θεάτρου Μαριάννα Κρητικού, οι οποίοι πλαισίωσαν την συγγραφέα και  μας σύστησαν  το βιβλίο μέσα από τη δική τους αναγνωστική ματιά. 

Όταν άκουσα γι αυτό το βιβλίο είχα την περιέργεια να ακούσω γιατί γράφτηκε. Είναι θρησκευτικό ή κατακρίνει την διαδικασία της γονυπετείας; Tόσα χρόνια που επισκέπτομαι το νησί και παρακολουθώ όλη αυτή την τελετουργία της γονυπετείας, αναρωτιέμαι αν η Παναγία θα ήθελε από τους πιστούς που έρχονται χιλιάδες στην χάρη της να την παρακαλέσουν για την υγεία τους, να υπόκεινται σ’ αυτή την βασανιστική διαδικασία. Πώς ξεκίνησε και γιατί, ποια η ανάγκη και ποια η σημασία της.

Τελικά είναι κάτι πιο βαθύ από ένα τάμα που μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε εκκλησία αφού η Παναγία υπάρχει παντού; Τα αποσπάσματα και οι ομιλητές μου έλυσαν όλες τις απορίες. Πρώτα από όλα είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο που θα το απολαύσουν οι αναγνώστες μα συνάμα θα ζήσουν ολοζώντανα αυτή την διαδικασία. “Δεν γνωρίζω πότε ακριβώς πρέπει να σκύψω, να σύρω τις παλάμες και τα γόνατα, να αρχίσω. Ένας άγνωστος μου πρότεινε να επιλέξω αυτήν τη στάση όσο πιο άμεσα. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του, μόνο η φωνή του μου εντυπώθηκε: ήταν μπάσα και σκληρή, γεμάτη ανησυχία. Πριν φύγω, δεν αποχαιρέτησα. Τώρα πλέον το μετανιώνω. Με ένα φορτίο ενοχής ως τα ακροδάχτυλα και με μια αίσθηση προσήλωσης στον στόχο ετοιμάζομαι: τεντώνομαι, τρίβω με δύναμη τα γόνατα, τινάζω τα χέρια και τα πόδια. Μια γυναίκα με περούκα με σκουντάει. Στραβώνει η κόμη, την προδίδει. Μουρμουρίζει: «Είναι πολύ νωρίς, θα εξαντληθείς». Δεν φαίνεται καθαρά το πρόσωπό της, μόνο μια τούφα από τρίχες καστανές, συνθετικές πάνω στο κούτελο. Κοιτάζω τριγύρω αναποφάσιστη. Κάποιοι ήδη βρίσκονται στα τέσσερα, σε στάση σκύλου που περιμένει να ορμήσει, άλλοι κάθονται οκλαδόν διαβάζοντας ή συνομιλώντας, μερικοί ξαπλώνουν και κοιτάζουν ψυχρά τον ουρανό, πολλοί δειλιάζουν – στέκονται όρθιοι μετέωροι σε συλλογισμούς που τους κρατούν συντροφιά μαζί με τις ελλείψεις τους”.

 

Μετά τον χαιρετισμό των αναγνωστών από τον υπεύθυνο του βιβλιοκαφέ, ο φιλόλογος και συγγραφέας Γιάννης Αλβέρτης ο οποίος πήρε πρώτος τον λόγο  είπε μεταξύ άλλων για τους «Γονυπετείς». «Αφού διάβασα την νουβέλα «Γονυπετείς» της Τζούλιας, μέσα μου θέριεψε η επιθυμία να βιώσω αυτή την εμπειρία κι έτσι, πριν δυο μήνες, ένα πρωί, πριν την ανατολή του ηλίου, και θέλοντας να μην καταπονήσω την ανεπαρκή καρδιά μου και να αποφύγω τα βλέμματα των περαστικών, δοκίμασα να διασχίσω την βοτσαλωτή αυλή, κι έπειτα να ανέβω τα σκαλιά μέχρι την εικόνα της Παναγίας με τα γόνατα. Ήταν μια επώδυνη εμπειρία… Κατά την διάρκεια αυτής της πορείας με τα γόνατα ούτε στιγμή δεν προσευχήθηκα... Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους έκανα αυτήν την «Γονυπετεία». Ούτε στιγμή δεν ήρθαν στον νου μου τα πρόσωπα, ο σκοπός για τον οποίο έβαλα σε δοκιμασία το σώμα μου... Όμως ένιωσα βαθιά μέσα μου πως το ταλαιπωρημένο σώμα μου είχε γίνει το όχημα που μετέφερε το πνεύμα μου και την ψυχή μου σε μια ανώτερη σφαίρα, γιατί με αυτήν την προσπάθεια γεφυρωνόταν ένα χάσμα ανάμεσα στον υλικό κόσμο του σώματος μου και την θεϊκή διάσταση που έλειπε από την ζωή μου τα τελευταία χρόνια…

...Ύστερα από πολλά χρόνια σε συναντώ Τζούλια κι ευτυχισμένος στέκομαι μπροστά σου  μα και χαρούμενος που μια μικρή μου πρόβλεψη, της μελλοντικής συγγραφικής πορείας σου, επιβεβαιώθηκε πλήρως... Μου είπες κάποτε πως πάντα θυμάσαι αυτό κι ίσως ναι, κι αυτό να συνέβαλε στην διαδικασία της συγγραφής, που έχει γίνει ένα με την ζωή σου... Γιατί ναι, από μικρή, το ταλέντο της συγγραφής είχε στη λίστα το όνομα σου… Εκεί, στο τέρμα της Λεωφόρου της Ευαγγελίστριας, στον κεντρικότερο δρόμο της Τήνου, ένα γονατιστό άγαλμα γυναίκας, υψώνοντας το δεξί χέρι προς την εκκλησία της Παναγίας, τιμά όλες αυτές τις γυναίκες και τους άντρες που με τα γόνατα ανηφορίζουν, το τάμα τους θέλοντας να ωξεκπληρώσουν, νικώντας τον πόνο, την ζέστη, την κούραση, αποδεικνύοντας πως όταν ο άνθρωπος θέλει κάτι, πάντα μπορεί να το πραγματώσει. Κι ας μείνει πια στα χέρια του Θεού και της Παναγίας, η χάρη του να γίνει… Και το ξέρω πια πολύ καλά, αγαπημένη μου Τζούλια, πως επινοείς λέξεις-ευρήματα, τεχνάσματα, στάσεις των σωμάτων και του μυαλού, που διασχίζουν την ανθρώπινη ψυχή, την ανθρώπινη καρδιά, το μυαλό του ανθρώπου και μας δίνεις κάθε φορά με κάθε σου πόνημα, τροφή πνευματική, για να ποτίσουμε τον αποξηραμένο υλιστικό κόσμο που μας απειλεί...

 

...Η πρωταγωνίστρια της νουβέλας «Γονυπετείς» αυτήν  την μάχη δίνει με τον εαυτό της, επιχειρώντας να αφαιρέσει τα υλικά για να ξαναβρεί τα πνευματικά χωρίς όμως να εξοντώσει τα πρώτα. Γιατί το σώμα είναι ο ναός της ψυχής μας, γιατί αυτό είναι το όχημα που θα μεταφέρει την ψυχή και το πνεύμα εκεί, μέσα στον άλλο ναό, όπου το περιμένει η Παναγία για να βρει γαλήνη που θα της επιτρέψει να ζήσει ξανά την ζωή της... Αυτό είναι μια ευτυχία που καθένας μας οφείλει να βιώσει. Το βιβλίο της Τζούλιας αυτήν την ευτυχία μας επιτρέπει να απολαύσουμε διαβάζοντας το…».

Η Μαριάννα Κρητικού, με μουσική επιβλητική υπόκρουση «Chronos» του Theodore που άρμοζε με το βιβλίο, διάβασε αποσπάσματα του βιβλίου και μίλησε για το βιβλίο. Είπε μεταξύ άλλων: «Είναι δύο οι φορές που ξυπνάει η πόλη της Τήνου μες στη μέρα. Η πρώτη, με το φως της ανατολής. Η δεύτερη, με τη σφυρίχτρα του πρώτου πλοίου λίγο πριν το μεσημέρι. Και τότε το λιμάνι γεμίζει με αυτούς που προς Τήνο κινούν, δηλαδή με προσκυνητές. Ικέτες, γονυπετείς. Άλλοι κάτι να ζητήσουν, άλλοι για κάτι να ευχαριστήσουν. Οι πρώτοι με δάκρυα στα μάτια ανάβουν λαμπάδες, οι δεύτεροι με δάκρυα στα μάτια κρεμάνε αφιερώματα στα καντήλια. Κάτω από τις μικρές φλόγες κουνιούνται λαμπυρίζοντας τάματα, εικόνες με σπίτια και μικρά παιδιά, καράβια και μέλη σωμάτων, πάνε και έρχονται ευχές και προσευχές και κρυφές ελπίδες. Και έτσι, οι κάτοικοι του νησιού γίνονται μάρτυρες θαυμάτων καθημερινής αθανασίας...

...Η Τζούλια Γκανάσου με αφορμή ένα ταξίδι της στην Τήνο γράφει τους "Γονυπετείς". Μια πορεία προς την αρχή. Ένα ταξίδι προς τα πάνω. Δεν υπάρχει ιδανικό σημείο εκκίνησης. Προηγείται το εσωτερικό γονάτισμα και ακολουθεί η στήριξη του σώματος στα γόνατα. Είναι η κόπωση, η εξάντληση, η ψυχική κατάπτωση, η βαθιά υπόκλιση από σεβασμό. Και ενώ ψηλά στην ανηφόρα υπάρχει κάποιος ναός που περιμένει την ηρωίδα και ενώ το πρώτο μέρος του βιβλίου έχει τον τίτλο υπέρ πίστεως, και ενώ μπορεί να ακούμε στο βάθος τους μικροπωλητές να φωνάζουν λαμπάδες, τάματα, αφιερώματα, μπουκαλάκια για αγίασμα, φωνές που μπλέκονται με τις καμπάνες που χτυπούν σε κάθε παράκληση και ψαλμωδίες από γυναικεία χείλη, "υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς", το βιβλίο της Τζούλιας δεν είναι θρησκευτικό. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό...

 

...Η Τζούλια Γκανάσου γράφει ένα ζεϊμπέκικο, μια αναζήτηση για την ένωση του πνεύματος με το σώμα, του θεού με τον άνθρωπο, μια εξομολόγηση με κίνηση δερβίσηδων. Μια εξομολόγηση με τα χέρια ανοιχτά. Όλα περιστρέφονται και το ανθρώπινο πλάσμα ζει μέσω της κυκλικής περιστροφής του αίματος, των κυκλικών εναλλαγών της ζωής. Η γυναίκα στα τέσσερα, και μαζί με αυτή και εμείς, κινείται/κινούμαστε μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ επίγειων απολαύσεων και επουράνιων επιθυμιών, για να επιλέξει, για να επιλέξουμε τελικά το ανάμεσα. Κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα και στο εξώφυλλο του βιβλίου, ιδέα της εικαστικού Ρένας Τσαγγαίου. Το αποτύπωμα, αυτό που δείχνει ότι κάποιος πέρασε από εκεί. Που δείχνει την ομορφιά που μπορούμε να φτιάξουμε με τα δυο μας χέρια. Το ίχνος ότι υπήρξαμε και ζήσαμε. Σαν αυτό που κάνουμε και εμείς εδώ, τώρα. Είναι η πίστη ο σπάγγος που κάνει τη μαριονέτα να κινείται, πάντα προς τα εμπρός. Η πίστη στον εαυτό μας. Όλα τα υπόλοιπα έπονται. Με την ευχή για καλό υπόλοιπο διακοπών, με τη συμπαράσταση στην όποια εσωτερική ανηφόρα βρίσκεται γονυπετής ο καθένας από εσάς και με τη φράση του Francis Picabia, σας αφήνω. Το κεφάλι μας είναι στρογγυλό, ώστε οι σκέψεις μας να μπορούν να αλλάξουν κατεύθυνση».

«Μη με πλησιάζετε. Δεν θέλω τίποτα! Ούτε καραμέλες ούτε κομποσκοίνια! Ούτε γάζες ούτε βαμβάκι! Η ανάσα σας βρωμάει εκμετάλλευση». Ακούγοντας τους ομιλητές για το εν λόγω βιβλίο δέχτηκα ότι είναι η προσωπική λύτρωση που επιθυμεί ο καθένας ή καθεμιά από μας. Όταν πήρε τον λόγο η συγγραφέας, συγκινημένη από την προσέγγιση του βιβλίου της από τους ομιλητές, αφού ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους, είπε μεταξύ άλλων: «Ως εκ τούτου, «Γονυπετείς» είναι οι άνθρωποι που εξαντλούν όλες τις επιλογές. «Γονυπετείς» είναι οι θνητοί που υπερασπίζονται με πάθος μια πίστη. «Γονυπετείς» είναι όσοι οραματίζονται πως το ανέφικτο μπορεί να γίνει εφικτό.

«Γονυπετείς» είναι αυτοί που συνεχίζουν να παλεύουν παρά τις δυσκολίες, πέρα από τις αντιξοότητες, ενάντια στις δυνάμεις της φθοράς, της μοναξιάς και της ανέχειας. «Γονυπετείς» είμαστε εμείς όταν πορευόμαστε εκ νέου προς την αρχή μας. Η πορεία στα τέσσερα είναι μια πορεία στην πίστη ως δύναμη που μπορεί να μετακινήσει βουνά, όχι μόνο στην πίστη στο θείο αλλά στην πίστη σε οτιδήποτε: στη δοκιμή, στον έρωτα, στην ίδια τη ζωή. Η πίστη στηρίζει την ανάβαση μιας και τις στιγμές που η ηρωίδα λιποψυχά, δεν την αφήνει να εγκαταλείψει. Η πορεία στα τέσσερα είναι μια πορεία στο σώμα. Το σώμα πιστεύει γιατί χωρίς το σώμα δεν υφίσταται πίστη, ούτε χρόνος ή φθορά. Το σώμα υπομένει, γιατί χωρίς το σώμα δεν υπάρχει υπομονή...

...Το σώμα ενστερνίζεται ιδανικά, γιατί το σώμα ματώνει. Το σώμα γίνεται παράκλητο επειδή αγάπησε, νοστάλγησε, επιθύμησε, υπήρξε. Σε αυτό το πλαίσιο, το σώμα αλλοιώνεται κατά τη διάρκεια της ανάβασης και η ηρωίδα αναζητά τρόπους για να αντλήσει δυνάμεις, για να προσαρμοστεί σε αυτά που σταδιακά εξαφανίζονται, για να διαχειριστεί τις ανάγκες που δεν μπορεί να ικανοποιήσει, για να προχωρήσει. "Παλάμη μπροστά, γόνατο μπροστά, προχωράμε». Η πορεία στα τέσσερα είναι ένας ύμνος στον αγώνα του ανθρώπου από τη μια όχθη στην άλλη, από το ένα βήμα στο επόμενο. Είναι μια πράξη εξομολόγησης, μια κίνηση επιστροφής προς την αρχή. Η αυτοταπείνωση και η εξομολόγηση των πιο κρυφών μυστικών της ηρωίδας αλλάζουν συχνά τα δεδομένα: οι αιτίες που οδήγησαν αυτή τη γυναίκα να βγει στον πηγαιμό αναιρούνται διαρκώς οδηγώντας όχι μόνο σε μια μορφή κάθαρσης αλλά και στην επανεκκίνηση με νέα εφόδια, με νέα οπτική».

Απαλλάσσομαι λοιπόν από τη ζακέτα. Θα την προσφέρω στη ρακένδυτη που βρίσκεται δίπλα στο άγαλμα της ικέτιδας ξένης. Η ζητιάνα τεντώνει το χέρι σε στάση παράκλησης, όπως η γυναίκα στο άγαλμα. Μόνο που η μία απλώνεται προς τον ουρανό ενώ η άλλη στρέφεται ακριβώς προς το μέρος μας. Η ρακένδυτη δεν έχει έκφραση πόνου ούτε θυμού, μόνο ένα παράλογο βλέμμα απαίτησης, σαν να της χρωστάμε.

Καλοτάξιδο να είναι Τζούλια Γκανάσου και εύχομαι τα συγγραφικά σου πονήματα να βρουν ανοιχτές τις καρδιές των αναγνωστών. 

Δημοσιεύθηκε στο bookia