Προτάσεις βιβλίων

Ο καλλιτέχνης

Κόκκινα δάκρυα οι καρποί μου κι ένα μήνυμα τυλιγμένο στη δροσιά της νεότητας Εκεί που τελειώνουν όλα, εκεί που νιώθεις ότι δεν έχει πιο πέρα
Ότι έφτασες στην άκρη της σκέψης, ότι οι αισθήσεις ήταν ως εδώ πλασμένες
Όταν σπάζει ο χρόνος κι ενώνεται με το πάντα
Όταν σπάζει ο χώρος κι ενώνεται με το παντού
Όταν ο φόβος σ’ αφήνει απ’ το χέρι και νιώθεις τη μοναξιά του απείρου
Τότε γεννιέται η Ποίηση…

Μα το χρέος το δικό μου είναι να μάθω απ’ τη σοφία των αιώνων
Και να γίνω κι εγώ ένας μικρός καρπός αιωνιότητας
Να τυλίξω στη δική μου μικρότητα το μεγαλείο της γνώσης
Σαν να χιονίζει γαλήνια στις ψυχές όσων θα διαβάσουν τους στίχους μου
Να μιλήσω με λέξεις ωραία ταιριασμένες
Απάνθισμα μιας γλώσσας με ρίζες βαθιές
Ενός πολιτισμού Ελληνικού χτισμένου στο μάρμαρο και τον ήλιο
Ανθρώπων που νίκησαν το χρόνο και βάδισαν ελεύθεροι στη γνώση Κόκκινα δάκρυα οι καρποί μου κι ένα μήνυμα τυλιγμένο στη δροσιά της νεότητας Εκεί που τελειώνουν όλα, εκεί που νιώθεις ότι δεν έχει πιο πέρα
Ότι έφτασες στην άκρη της σκέψης, ότι οι αισθήσεις ήταν ως εδώ πλασμένες
Όταν σπάζει ο χρόνος κι ενώνεται με το πάντα
Όταν σπάζει ο χώρος κι ενώνεται με το παντού
Όταν ο φόβος σ’ αφήνει απ’ το χέρι και νιώθεις τη μοναξιά του απείρου
Τότε γεννιέται η Ποίηση…

Επέλεξα αυτούς τους στίχους του ποιητή Βαγγέλη Ντελή για να σας γνωρίσω το νέο βιβλίο του «Ο καλλιτέχνης» από τις εκδόσεις Κέδρος που δικαιωματικά βραβεύτηκε με το δεύτερο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ήταν στη λίστα των οχτώ καλύτερων μυθιστορημάτων πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα της Εταιρείας Συγγραφέων για το βραβείο Μένη Κουμανταρέα.

Μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, στη Νάξο του 2312 π.χ και του 1997μ.χ, γνωρίζοντας μας την προϊστορία και τις σημερινές προσπάθειες των αρχαιολόγων για να φέρουν εκείνη την ιστορία στην επιφάνεια κάνοντας μας συμμέτοχους σε όλη την επίπονη διαδικασία μα και στη λαχτάρα και την ηθική ικανοποίηση αυτών που δίνουν τη ζωή τους γι αυτό το σκοπό. Στο σήμερα ακόμη μας πλέκει τον μύθο τόσο περίτεχνα που ανεβάζει την αδρεναλίνη του αναγνώστη. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται στο χθες και το σήμερα χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη αφού οι ποιητικές εικόνες καταλαγιάζουν την αγωνία και του δίνουν την ανάσα που χρειάζεται. Πολλές ανατροπές και μεγάλη αγωνία θα ζήσει ο αναγνώστης διαβάζοντας το.

Μας μιλά για τη τέχνη του μαρμάρου, για τα κυκλαδικά ειδώλια, τη ζωγραφική και τη Ποίηση. Όπως: «Κυριαρχούσε το βιολετί, το μωβ, μα όταν κοίταξα με προσοχή ,είδα πλήθος από αποχρώσεις να ξεχύνονται μέσα απ’ τα βασικά χρώματα και να κατακλύζουν την σύνθεση. Μικρές, ανεπαίσθητες σκιές, καλά κρυμμένες λέξεις, που αποκαλύπτονται μόνο σ’ όσους κοιτούν με τη ψυχή τους, λεπτά συναισθήματα, έτοιμα να σπάσουν αν τα άγγιζες με σκληρή ματιά».

Μας γνωρίζει  τις αρχαιοκαπηλίες και τα κυκλώματα τους, για τους Έλληνες που θέλουν να οικονομήσουν πουλώντας τους χωρίς να τους ενδιαφέρει η ιστορία που απειλείται και για τους Γερμανούς που στη κατοχή κούρσεψαν τη γη μας. «Οι κάτοικοι δεν είχαν ακόμα την ανάλογη παιδεία να αντισταθούν στα χρήματα που τους έταζαν οι αρχαιοκάπηλοι κι έψαχναν για τα αγαλματάκια αυτά στη θάλασσα, έσκαβαν με ότι μέσο διέθεταν τα χωράφια, τα λιβάδια, ακόμη και τα νεκροταφεία, κι όταν έβρισκαν κάτι το πουλούσαν στον Μέμο Γούλα, έναν αδίστακτο αρχαιοκάπηλο…».

Η αρχαιοκαπηλία ήταν πάντα η πληγή της χώρας μας. Ο αγώνας και η χαρά όλων των αρχαιολόγων να γνωρίσουν στην παγκόσμια ανθρωπότητα τους θησαυρούς της χώρας μας γινόταν πάντα εκθέματα στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου μέσω μεγάλων παγκόσμιων κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας. Και εκεί που πηγαίναμε να χαρούμε ως λαός για μια μεγάλη ανακάλυψη στον Ελλαδικό χώρο ερχόταν οι περικοπές των ανασκαφών και το σταμάτημα όλης της προσπάθειας. «Ας μην ξεπουλήσουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε απ’ την Ιστορία μας. Πουλάτε την πατρίδα σας, πουλάτε τους εαυτούς σας, πουλάτε τα ίδια τα παιδιά σας, γιατί αύριο θα ντρέπονται για σας».

Ο συγγραφέας με την ιδιότητα του ως αρχαιολόγου επέλεξε να δώσει σε όλους εμάς ένα λογοτεχνικό έργο που δεν είναι καθαρά ιστορικό ώστε να απομακρύνει φοβίζοντας το πλατύ αναγνωστικό κοινό από την ανάγνωση του αλλά συνάμα απευθύνεται στο κοινό εκείνο που έχει μια ευαισθησία και θέλει να μάθει περισσότερα για τους θησαυρούς της χώρας μας.

Κινούμαστε παράλληλα στην εποχή του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης που έχει στη κυριαρχία του τα Κυκλαδονήσια, όπου ένας άλλος πολιτισμός στο παλάτι του και τους ναούς είναι κυρίαρχος. Η  θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο και οι πόλεμοι γίνονται στο όνομα του βασιλιά που το θεωρούν Θεό.

Γύρω στο 2300 π.Χ. ένας ανώνυμος καλλιτέχνης, τον οποίο ονομάζουμε συμβατικά Καλλιτέχνη Γουλανδρή, δημιουργεί κυκλαδικά ειδώλια απαράμιλλης τέχνης. Ακολουθούμε την πορεία του Καλλιτέχνη από τη Νάξο, όπου γεννήθηκε στη Σαντορίνη και γνωρίζει μια όμορφη και δυναμική γυναίκα. Εδώ βλέπουμε τη Σελάνα, τον Δάρι και τον καλλιτέχνη Άγι να παίζουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα προκειμένου να τηρήσουν τον όρκο που έδωσαν στον πατέρα των δύο πρώτων, τον Έλπι. Δηλαδή να αγωνιστούν να χτίσουν ένα ναό που θα μπορούν να προσκυνούν τους όμορφους θεούς τους μακριά από το βλέμμα του βασιλιά Μίνωα που τα τέρατα και τα φίδια είχαν θεοποιηθεί.

Έτσι λοιπόν, το 1997 μ.Χ. παρακολουθούμε ένα αρχαιολόγο που επιχειρεί να ζωντανέψει μια παλαιότερη ανασκαφή στη Νάξο, αναζητώντας το σημαντικότερο εργαστήριο των κυκλαδικών ειδωλίων, το οποίο δημιουργούσε έργα τέχνης για έξι αιώνες. Η αγάπη για την τέχνη και τη ζωή οδηγεί τους ήρωες δύο διαφορετικών εποχών να βρουν το δρόμο προς τη λύτρωση και την ευτυχία. Ο μεν καλλιτέχνης χαρακτηρίζει με τα ειδώλιά του ολόκληρο τον Κυκλαδικό Πολιτισμό, ο δε σύγχρονος αρχαιολόγος ανακαλύπτει βήμα- βήμα τις δικές του χαμένες ρίζες. Ο αρχαιολόγος, ήρωας του βιβλίου, μας μιλά για τη μυστικοπάθεια της δουλειάς του. Μας λέει ότι «μόνο αυτός που ερευνά ξέρει τα μονοπάτια , όλοι οι άλλοι είναι ύποπτοι. Φοβάσαι να εμπιστευτείς και βαδίζεις μόνος. Κι όσο ανοίγουν οι πόρτες , όσο το φως σε τυφλώνει τόσο χάνεσαι στον λαβύρινθο»

Μέσα στο μυθιστόρημα θα δούμε πώς ο συγγραφέας θέτει ψηλά το ρόλο του καλλιτέχνη στα μάτια της κοινωνίας μα και της ιστορίας. Μας λέει δηλαδή πώς μπορεί ο καλλιτέχνης να φθείρεται ως σώμα μα το έργο του κλείνει μέσα του τη δική του δεξιοτεχνία, το δικό του φως, τις σκέψεις και τους φόβους του. Μας λέει πώς ο καλλιτέχνης αποτυπώνει στο άφθαρτο υλικό το είδωλο του κι έτσι το σώζει. Μας ταξιδεύει στην εποχή της γερμανικής κατοχής όπου με την απειλή του φόβου μα και με τη βοήθεια των Ελλήνων συνεργών τους έφυγαν πολλά αρχαία ειδώλια στα μουσεία της Γερμανίας. Μας θυμίζει τη συμπεριφορά των Γερμανών  κατακτητών που αγαπούσαν τον ελληνικό πολιτισμό και έπρεπε να τον προστατεύσουν κλέβοντας τον καίγοντας ολόκληρο χωριό ή σκοτώνοντας πολλούς ανθρώπους αν χρειαζόταν προκειμένου να τον μεταφέρουν στη πατρίδα τους πιστεύοντας ότι το υπόδουλο  Ελληνικό κράτος δεν είναι ικανό να προστατεύσει  τους αιώνιους θησαυρούς. Δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί όμως ίδιοι. Κάποιοι έδειχναν ότι δεν ανήκαν στο παράλογο αυτό θίασο. Και το απέδειξαν βοηθώντας τον αρχαιολόγο Ανδρέα Ρωμανό με τη κόρη του τη Μαρία να δραπετεύσουν για το Βερολίνο μη αφήνοντας κανένα χνάρι ζωής πίσω τους θεωρώντας αυτούς  νεκρούς.

Η ζωγράφος Σοφία Λαβριώτου, ο Ανδρέας Ρωμανός, η Μαρία και ο Καρδερίνης που συμπάθησα πολύ ως ήρωα, ο Φρινζ Χάινμαν, ο πατέρας της Σοφίας ήταν οι ήρωες  που κράτησαν την αγωνία μου στην αποκορύφωση. Δύο ιστορίες γεμάτες ανατροπές, σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Δεν ήθελα να επεκταθώ στη δράση των ηρώων για να σας κρατήσω σε αγωνία. Τα μηνύματα περισσότερο ήθελα να καταθέσω. Όπως ότι η κληρονομιά μας είναι το πιο πολύτιμο εφόδιο για την ιστορική συνέχεια. Ότι πρέπει να σκύψουμε στο πολιτισμό μας και να σκάψουμε βαθιά ώστε να φέρουμε στην επιφάνεια ζωντανή τη Τέχνη, τη Ποίηση, τη παράδοση και να την μεταλαμπαδεύσουμε στις επόμενες γενιές.

Το Bookia εύχεται να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο «Ο Καλλιτέχνης» και ο αναγνώστης να νιώσει το χρέος της βαριάς αυτής κληρονομιάς που κουβαλά στις πλάτες του.

Θα λατρέψεις τα έργα των Ελεύθερων Aνθρώπων.
Το νου που γράφει την ιστορία,
Τον Ποιητή που αγγίζει τα μύχια αισθήματα.
Ένα ταξίδι στο άγνωστο η Μοίρα σου,
Ένα ωραίο ταξίδι με λευκό πανί το Λόγο τον Ελληνικό.
Σμιλεύεις τον κρίκο της ζωής σου με τέχνη
Ανήκεις σε μια αλυσίδα μακριά όσο το ανθρώπινο γένος.
Το βάρος, το χρέος μεγάλο
Να δώσεις κι εσύ, να φτιάξεις, να χαράξεις, ν’ αφήσεις, να γράψεις…  Αντάξιος να φανείς μιας τέτοιας σπάνιας κληρονομιάς.

Δημοσιεύθηκε στο bookia