Κώστας Κρομμύδας - «Ακάκιε» - εκδόσεις Διόπτρα

akakie

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Πέρασαν πενήντα περίπου χρόνια από τότε που πρωτοακούσαμε τη διαφήμιση «Ακάκιε τα μακαρόνια να είναι ΜΙΣΚΟ» στα θερινά σινεμά της πόλης μας, και την περιμέναμε με χαρά για να μιμηθούμε τη φωνή. Δεν θυμάμαι αν μιλούσαμε μετά για την ταινία ή τον συμπαθητικό καλόγερο πάνω στο γαϊδουράκι. Μετά από τόσα χρόνια είδαμε το όνομα Ακάκιε, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, γραμμένο από τον συγγραφέα Κώστα Κρομμύδα, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Μια πραγματική ιστορία, μια βασανισμένη ζωή του Λευτέρη Μαντζίκα, του ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου εργοστασίου ζυμαρικών ΜΙΣΚΟ εκείνων των χρόνων. Η αφετηρία του έγινε από το χωριό Λιγοψά των Ιωαννίνων και κατέληξε με πείσμα και αποφασιστικότητα να διοικεί τη γνωστή βιομηχανία. Με μια χρυσή λίρα στην τσέπη και μια σοφή συμβουλή ξεκίνησε ο νεαρός Λευτέρης από το χωριό του στην Ήπειρο για την Αθήνα. Ονειρεύτηκε να χτίσει και να δημιουργήσει, να χορτάσει την πείνα του σώματος και της ψυχής των ανθρώπων. Το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, το καθιστά πιο άμεσο και δυνατό. Δεν ξέρω πραγματικά που βρίσκεται η μυθοπλασία στο βιβλίο και που η πραγματικότητα, αφού η πραγματική ζωή του Μαντζίκα, βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου και δεν έχει πολλές διαφορές από αυτό που διάβασα. Είναι συγκινητικό το βιβλίο αλλά ταυτόχρονα και πολύ δυνατό. Με όμορφες εικόνες, με μνήμες, που όσοι ζήσαμε στην ελληνική επαρχία, έρχονται αβίαστα στον νου μας. Κάθε περίοδος της ζωής του ήρωα, είναι ένα μάθημα για τη ζωή.

Γνωρίζει τη Μαρίνα, από το χωριό του και την ερωτεύεται, χωρίς την ανάγκη του προξενητή και την παντρεύεται. Μια γυναίκα που θα τον εμπνεύσει και θα του δώσει δύναμη για τα παρακάτω του βήματα. Ζουν μαζί σε δύσκολες περιόδους για τη χώρα, πόλεμοι, εμφύλιοι, μα με την αγάπη τα καταφέρνουν. Το οξυδερκές και επιχειρηματικό μυαλό του, η τόλμη του, οι συμπτώσεις που απαντά στη ζωή του και τα πρόσωπα που συναντά, στέκονται ως φάροι. Δεν χάνει τις ευκαιρίες, δοκιμάζεται, προσφέρει και αγωνίζεται. Βοηθά δείχνοντας την Ανθρωπιά του. Για τον Μαντζίκα πρώτα πρέπει να είσαι Άνθρωπος. Έτσι μεγάλωσε, έτσι έδρασε, έτσι γέρασε. Δεν υπήρχε στιγμή που το ξέχασε, κι αυτό θα το διαπιστώσουν οι αναγνώστες. Ένα γερό μάθημα αλληλεγγύης και προσφοράς, αγάπης στον συνάνθρωπο. Και πρώτιστα στο χωριό του. Αγωνίστηκε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, χωρίς να αφήνει τίποτα να του σταθεί εμπόδιο στον δρόμο του. Εργάτης μαζί με τους εργάτες, που θεωρούσε παιδιά του. Η εργατικότητά του γίνεται πάθος και το πάθος του όραμα. Στην πορεία, διαβάζοντας το, μαθαίνουμε πως εμπνεύστηκε τον Ακάκιο, πώς έγιναν οι συνεργασίες, πως ξεπερνούσε τα εμπόδια ώστε να μπουν τα μακαρόνια του αλλά και ο Ακάκιος σε κάθε ελληνικό σπίτι. Δεν ξέχασε ποτέ του από πού ξεκίνησε, κι αυτό είναι ένα μάθημα ζωής σε όλους μας που λιγοψυχούμε εύκολα σήμερα. Το παρελθόν γίνεται μάθημα στο παρόν και στο μέλλον. Γιατί ο Μαντζίκας γνώριζε καλά πώς: «οι ρίζες είναι που κάνουν τα πιο δυνατά δέντρα».

Πόσοι από μας, όσοι το διαβάσαμε, που προλάβαμε εκείνη την εποχή, δεν φέραμε στη μνήμη μας συχνά τις μυρωδιές από τα παντοπωλεία και τους ήχους από τα πανηγύρια;

Το εξώφυλλο με τον σιτοβολώνα πιστεύω πως του ταιριάζει απόλυτα και δίνει τη δύναμη της γης που τόσο απομακρυνθήκαμε από κοντά της. Εμπνέει τον καθένα μας αυτή η ελευθερία του ανθρώπου που παράγει, που δημιουργεί, που αντιστέκεται και το εκλαμβάνω ως ένα μήνυμα του συγγραφέα, για επιστροφή στις ρίζες μας. Ότι και να κάνουμε η γη δεν θα μας προδώσει.

Ήταν πρόκληση για τον συγγραφέα. Και το κατάφερε πολύ όμορφα αφού είχε τόσο αξιόλογο υλικό στα χέρια του. Είναι κρίμα να χάνονται αυτές οι πραγματικές ιστορίες που μπορούν να μεταφέρουν στους αναγνώστες αυτή τη δύναμη της ζωντάνιας των ανθρώπων που μεγαλούργησαν αλλά και που ΄κρύβουν τη λαϊκή σοφία. «Να μην φοβόμαστε το αύριο και να ζούμε την κάθε στιγμή. Οι στιγμές είναι πολύτιμες και μοναδικές»

Ο αναγνώστης νομίζω πως δεν θα καταλάβει ποιοι ήρωες είναι αληθινοί και ποιοι δημιουργήματα της φαντασίας του, αφού έχουν ψυχογραφηθεί όλοι τους τόσο όμορφα και δεν απέχουν από την αλήθεια.

Συγκινητικά είναι τα γράμματα που ανταλλάζει με την αγαπημένη του Μαρίνα από το Αλβανικό Μέτωπο, οι εικόνες της πείνας στη γερμανική κατοχή, τα χρόνια του εμφύλιου όπου γνωρίζουμε τη Φρύνη, όπου το τέλος της είναι συγκλονιστικό και αποτυπώνεται στη μνήμη του ήρωα μας, μας μιλά για τους αυτοαποκαλούμενους πατριώτες, για την αξία της πραγματικής φιλίας, για τα γεγονότα του 55 στην Πόλη, για τις μεγάλες απεργίες που έγιναν στα εργοστάσια, για τα λουκέτα που μπήκαν, για την ανεργία που γιγαντώθηκε στην κρίση. Ψήγματα μηνυμάτων σας καταθέτω, από όλα όσα πίστευε και έπραξε ο Λευτέρης Μαντζίκας, ώστε να σας προκαλέσω να το διαβάσετε:

«Είτε με πόλεμο, είτε με καταστροφή η ζωή πρέπει να συνεχίζεται»

«Πάντα πίστευα πως είναι χρέος του καθενός να επιστρέφει στην κοινωνία, κάτι από αυτά που κερδίζει. Τα όποια κέρδη έχει ένας άνθρωπος ή μια εταιρεία, είναι καλό να τα χαίρονται πολύ κι όχι λίγοι»

Καλοτάξιδο να είναι Κώστα Κρομμύδα το νέο σου βιβλίο και εύχομαι τα μαθήματα ζωής, η λαϊκή σοφία, η τόλμη και η αποφασιστικότητα του Λευτέρη Μαντζίκα, που έκανε το όνειρο πραγματικότητα, το ανέφικτο που το έκανε εφικτό, να γίνουν οι δικοί μας φάροι στο σήμερα.