συνεντεύξεις που πήρα

Η Μαρία Τσιώνη μιλά στη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη και στο Bookia

Βρεθήκαμε στο βιβλιοπωλείο Νέστωρ, στο κέντρο της Κατερίνης, για να συζητήσουμε για το παραμύθι της, τις απόψεις της και για τα σχέδια της. Μια ακόμη λογοτέχνης-μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Πιερίας που μιλά στο Bookia. Στο διαδικτυακό χώρο που αγαπά το βιβλίο και στηρίζει τους δημιουργούς της περιφέρειας.

 

Ε: Μαρία Τσιώνη είσαι μάχιμη δημοσιογράφος στον τοπικό τύπο. Στον δρόμο και στη σκληρή πραγματικότητα. Πώς εμπνεύστηκες αυτό το παραμύθι και πότε;

Το να γράφεις, εκτός από ανάγκη έκφρασης είναι και ένα μέσο αποσυμπίεσης από την «σκληρή πραγματικότητα», όπως το έθεσες. Όταν, λοιπόν, το επάγγελμά σου προϋποθέτει πως θα είσαι όλη τη μέρα στο δρόμο (που λέει ο λόγος!), τότε χρειάζεσαι μια βαλβίδα αποσυμπίεσης. Αυτή για μένα είναι το γράψιμο. Το συγκεκριμένο βιβλίο προέκυψε χάρη στην κόρη μου και στην «απαίτησή» της να διαβάσει κάτι καινούριο. Αφού είχαμε «ξεκοκακκαλήσει», διαβάσει ό,τι υπήρχε στο σπίτι σε παιδικό βιβλίο και όχι μόνο, επισκεφθεί τη βιβλιοθήκη, δανειστεί βιβλία κ.τ.λ. και αφού με έβλεπε να γράφω, ήρθε πριν από 5 περίπου χρόνια και τελείως αυθόρμητα μου είπε: «αφού βρε μαμά γράφεις που γράφεις, γράψε κάτι και για μένα». Αυτή λοιπόν ήταν η πηγή έμπνευσης. Πρέπει να πω πως στη διαδικασία της συγγραφής βοήθησε και εκείνη ρίχνοντας ιδέες. Και σε διαβεβαιώ, γελάσαμε μαζί πάρα πολύ διαβάζοντας ό,τι πρόσθετα κάθε φορά στο παραμύθι. Στο τέλος αποφάσισα να τολμήσω και την έκδοση, με τη σκοπό να χαρίσω γέλιο και σε άλλα παιδιά, μικρά και μεγάλα.

Ε: Πώς αποφάσισες να αφήσεις την Αθήνα και τα Εξάρχεια, όπου ζούσες επί δεκαπέντε χρόνια, και να εγκατασταθείς στη Κατερίνη; Από τη ζωντάνια, τις εκδόσεις, τον πνευματικό πλούτο, τις πολλές ευκαιρίες για εργασία και εξέλιξη, σε μια πόλη που της λείπουν πολλά;

Όλα αυτά που λες ισχύουν εν μέρει και εξαρτώνται από τις επιλογές που κάνει ο καθένας, τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες που βιώνει. Σαφώς και μια μεγάλη πόλη και δη η πρωτεύουσα, σου προσφέρει περισσότερες επιλογές. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι παραμένει μια μεγάλη και απρόσωπη μεγαλούπολη, με άλλους ρυθμούς και δύσκολη καθημερινότητα. Η οποία γίνεται ακόμη δυσκολότερη όταν στη ζωή σου μπαίνει ένα παιδί. Οπότε εκεί ζυγίζεις τα υπέρ και τα κατά και αποφασίζεις. Σκέψου ότι έφυγα από την Αθήνα το 2007, πριν ακόμη αρχίσει η κρίση, έχοντας μια σταθερή δουλειά (την οποία πιθανόν αν έμενα να την είχα ακόμη) και πολύ καλές αποδοχές. Η Αθήνα όμως δεν ήταν για μένα. Είχα μεγαλώσει στην επαρχία και εκεί ήθελα να γυρίσω. Η προσαρμογή στην Κατερίνη δεν ήταν εύκολη. Για την ακρίβεια, 9 χρόνια μετά δεν ξέρω αν έχω ακόμη προσαρμοστεί, αλλά η επιλογή μου με δικαίωσε από την άποψη ότι έχω καλύτερη ποιότητα ζωής, παρά τις γενικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε οι περισσότεροι λόγω κρίσης. Η έκδοση του βιβλίου απέδειξε ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αρκεί να υπάρχουν άνθρωποι που, χωρίς να σε ξέρουν, εκτιμούν αυτό που κάνεις. Και φυσικά να το τολμήσεις, γιατί για μένα αυτό ήταν το μεγάλο βήμα. Όσο για τον πνευματικό πλούτο, αρκεί να έχεις μάτια και αυτιά ανοιχτά και ας είναι καλά και το διαδίκτυο.

Ε: Γράφεις στο βιογραφικό σου, στο όμορφο αυτό παραμύθι Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ και η επιχείρηση «ΞΕΣΚΟΝΟΠΑΝΟ», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ότι το πρωτοδιάβασες στη κόρη σου και αφού γέλασε, ήθελες να γελάσουν και τα άλλα παιδιά. Οι γιαγιάδες μας άλλωστε ήταν οι καλύτερες παραμυθούδες χωρίς οι περισσότερες να τελειώσουν το σχολειό. Πιστεύεις ότι μόνο ένας εκπαιδευτικός μπορεί να γράψει ένα παραμύθι ή όποιος έχει το ταλέντο κουβαλώντας μέσα του τα ηθικά διδάγματα και την εμπειρία;

Δεν ξέρω αν έχω την εμπειρία ή αν κουβαλάω ηθικά διδάγματα. Εξάλλου το βιβλίο δεν είναι «ηθικοπλαστικό», με την κλασική έννοια που έλεγαν παλιά. Όπως δε νομίζω ότι ήταν και τα παραμύθια που έλεγαν οι γιαγιάδες μας. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να μας ξαπλώνει όλα τα εγγόνια στρωματσάδα και να μας διηγείται παραμύθια που δεν υπάρχουν σε κανένα βιβλίο – και τα οποία θα ήθελα να καταγράψω γιατί δεν υπάρχουν πουθενά. Δεν ξέρω αν τα έβγαζε από το μυαλό της ή αν τα «κουβαλούσε» από τη δική της τη γιαγιά. Πάντως δεν ήταν εκπαιδευτικός, όπως δεν είμαι και εγώ. Κατάφερνε όμως να κρατά το ενδιαφέρον μας αμείωτο και τα παραμύθια να έχουν συνέχεια, ήταν παραμύθια – σήριαλ!. Νομίζω, τελικά, πως το παραμύθι είναι θέμα ταλέντου, πολύ περισσότερο όταν το διηγείσαι.

Ε: Πιστεύεις ότι το παραμύθι μπορεί να προσφέρει, εκτός από το γέλιο και την όμορφη εικονογράφηση, στη διάπλαση του χαρακτήρα των παιδιών;

Όσο μικρότερα είναι σε ηλικία τόσο περισσότερο τα επηρεάζει, γιατί λειτουργούν σαν «σφουγγάρι». Και φυσικά μπορείς να περάσεις τα μηνύματα που θέλεις, με έμμεσο τρόπο, μέσα από το γέλιο και την εικονογράφηση, όπως στην περίπτωση της ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑΣ. Μακάρι όμως η διάπλαση του χαρακτήρα των παιδιών να εξαρτιόταν μόνο από τα βιβλία…

Ε: Είχα διαβάσει ένα άρθρο για το τι γίνεται στα σχολεία της Ιαπωνίας, δηλαδή ότι τα παιδιά καθαρίζουν τον σχολικό χώρο τους για να είναι έτοιμα να προσέχουν και τον δικό τους χώρο στο σπίτι. Θα μου πεις, άλλη κουλτούρα, άλλα ήθη και έθιμα. Εμένα προσωπικά μου άρεσε. Μπορεί να το έχεις δει το βίντεο στο διαδίκτυο. Αν μια δασκάλα θα το επιχειρούσε σε μια ελληνική αίθουσα, οι γονείς μπορεί να ζητούσαν να απολυθεί που τόλμησε να σκεφτεί μια τέτοια ιδέα. Ποια θέση θα έπαιρνε ένας δημοσιογράφος στον ελληνικό τύπο σε τούτο το εγχείρημα;

Μ.Τ. Τέτοιου είδους μάθημα θα έπρεπε να είχαμε και στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Εννοώ θεσμοθετημένο και κανονικά ενταγμένο στο πρόγραμμα. Πιστεύω όμως ότι άτυπα συμβαίνει και στα ελληνικά σχολεία και πως οι εκπαιδευτικοί καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Θεωρώ επίσης πως οι περισσότεροι γονείς όχι μόνο θα αποδέχονταν, αλλά θα επικροτούσαν μια τέτοια προσπάθεια. Ρωτήστε τις μανάδες (χαχαχα). Και επίσης πως τα περισσότερα παιδιά θα συμμετείχαν με κέφι, εφόσον αυτό είχε τη μορφή παιχνιδιού ή εκπαιδευτικής δραστηριότητας και όχι αγγαρείας. Εννοείται φυσικά πως θα υπήρχαν και αντιρρήσεις, αλλά δε νομίζω ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Δεν αλλάζουν τα μυαλά και οι αντιλήψεις από τη μια μέρα στην άλλη…

Ε: Είσαι μέλος και στην Ένωση Συγγραφέων Πιερίας. Πιστεύεις ότι κάτι αρχίζει και κουνιέται στην Κατερίνη; Ο κόσμος της Κατερίνης μπορεί και να μη γνωρίζει ότι υπάρχουν άνθρωποι που συγγράφουν και μάλιστα έχουν βγει πέρα από τα σύνορα του νομού. Δεν έχουν όλοι διαδίκτυο ούτε αγοράζουν εφημερίδες λόγω κρίσης για να ενημερώνονται. Πιστεύεις, ότι η Ένωση μπορεί να προβάλλει τους συγγραφείς και να δώσει βήμα σε ανθρώπους που κρατούσαν στο συρτάρι κιτρινισμένα χαρτιά, που ντρέπονταν να εκφραστούν δημόσια;

Αυτοί που διάβαζαν βιβλία και εφημερίδες πριν την κρίση θα συνεχίσουν να το κάνουν. Και αυτοί που δεν το έκαναν, δεν θα ξεκινήσουν τώρα. Θέλω να πω δηλαδή πως η κρίση δεν είναι η αιτία για την έλλειψη ενημέρωσης περί των συγγραφικών, καλλιτεχνικών και πολιτιστικών δρωμένων της πόλης και του νομού. Ως δημοσιογράφος το διαπιστώνω καθημερινά στις εκδηλώσεις που πηγαίνω: το κοινό είναι συγκεκριμένο. Και όποιος θέλει να ενημερωθεί, ενημερώνεται. Η Ένωση, όπως αναφέρεις, δημιούργησε ως ομπρέλα τις προϋποθέσεις για να τολμήσουν άνθρωποι που ίσως δίσταζαν να εκτεθούν αλλά και για να αποκτήσουν συλλογική φωνή οι συγγραφείς, να γίνουν πιο συντονισμένες προσπάθειες προβολής του έργου τους και αναγνώρισής τους από το αναγνωστικό κοινό. Πιστεύω πως ήταν ένα βότσαλο που τάραξε ευχάριστα τα νερά της Πιερίας και που τα κύματα που δημιούργησε θα φανούν μακροπρόθεσμα. Ήδη η Ένωση έχει διοργανώσει εκδηλώσεις και δράσεις δίνοντας βήμα έκφρασης στους συγγραφείς. Έχει δυναμική και πιστεύω ότι στο μέλλον θα δούμε ακόμη περισσότερα.

Ε: Παιδική λογοτεχνία. Έχουμε καλούς και αξιόλογους συγγραφείς που γράφουν για τους λιλιπούτειους απαιτητικούς αναγνώστες μας. Έχει στηθεί μια ολόκληρη «βιομηχανία» θα έλεγα για να καλύψει τις απαιτήσεις τους. Πώς βλέπεις το μέλλον της παιδικής λογοτεχνίας; Μπορούμε να ελπίζουμε σε μια νέα γενιά αναγνωστών που θα ξέρουν τι θέλουν και θα απαιτούν το καλύτερο;

Τώρα ανοίγεις μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Δεν φαντάζομαι να έχει κανείς την εντύπωση πως όλα τα παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν είναι «καλά». Όπως δεν είναι και τα βιβλία για ενήλικες. Έχω κατά καιρούς διαβάσει (όπως και εσύ φαντάζομαι) βιβλία, που μετά αναρωτιόμουν γιατί εκδόθηκαν και γιατί έχασα το χρόνο μου για να τα διαβάσω. Και δυστυχώς μεταξύ αυτών ήταν και βιβλία που είχαν ως αποδέκτες τα παιδιά. Για να αποκτήσουμε, όπως λες, μια νέα γενιά αναγνωστών, θα πρέπει να «παιδευτούν». Και επειδή για να γίνει αυτό χρειάζεται Παιδεία, δεν είμαι και πολύ αισιόδοξη. Αν σε κάτι πάσχει επί της ουσίας αυτή η χώρα είναι στην Παιδεία της. Δε νομίζω λοιπόν ότι αρκεί η παιδική λογοτεχνία για να κάνει το θαύμα. Σαφώς και υπάρχουν εξαιρετικά παιδικά βιβλία, που θα επηρεάσουν τα παιδιά που θα τα διαβάσουν. Αρκεί όμως αυτό;

Ε: Ποιοι συγγραφείς ήταν το ορόσημο για σένα, που τους διάβαζες από τα παιδικά σου χρόνια και θα ήθελες κάποτε να τους μοιάσεις;

Πηνελόπη Δέλτα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ιούλιος Βερν, Βίκτωρ Ουγκώ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Κάρολος Ντίκενς, Ντάνιελ Ντεφόε, Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου και πολλοί-πολλοί άλλοι. Κλασική περισσότερο λογοτεχνία. Επίσης διάβαζα ό,τι κυκλοφορούσε στο σπίτι από την πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη που είχε ο πατέρας μου. Εγκυκλοπαίδειες, βιβλία με ό,τι αντικείμενο μπορείς να φανταστείς και φυσικά εφημερίδες. Πολλές εφημερίδες! Από κει μάλλον προήλθε και το μικρόβιο της δημοσιογραφίας. Γενικά και εφόσον μιλάμε για λογοτεχνία, μ’ αρέσουν οι συγγραφείς που χρησιμοποιούν με ανεπιτήδευτο και λεπτό τρόπο τη γλώσσα και που έχουν κάτι νέο και ουσιαστικό να πουν. Αλλιώς γιατί να σε διαβάσει ο άλλος;

Ε: Πιστεύεις ότι η κρίση είναι ανασταλτικός παράγοντας για να μπει το παιδικό βιβλίο στο ελληνικό σπίτι;

Επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό, αλλά δε νομίζω ότι είναι καταλυτικός παράγοντας, γιατί η τιμή των παιδικών βιβλίων είναι πολύ προσιτή. Όπως και όλων των βιβλίων στην Ελλάδα γενικότερα. Γίνονται επίσης φιλότιμες προσπάθειες γύρω από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Υπάρχουν οι δανειστικές βιβλιοθήκες και το πεδίο να γίνουν πολύ περισσότερα σ’ αυτόν τον τομέα είναι μεγάλο. Διάθεση και όρεξη να υπάρχει και άμα το βιβλίο δεν μπει στο σπίτι από την πόρτα, θα μπει από το παράθυρο…

Ε: Γέλασα και προβληματίστηκα με τη ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ. Σίγουρα και όσες άλλες μαμάδες το  διάβασαν. Η αλήθεια είναι ότι οι Ελληνίδες μάνες κακομαθαίνουμε τα παιδιά μας κι αυτά ως έξυπνα που είναι το «εκμεταλλεύονται». Με αποτέλεσμα κι αυτό το βάρος της επιχείρησης «Ξεσκονόπανο» να πέφτει στις πλάτες μας. Ποια είναι τα μηνύματα που δίνεις στα παιδιά; Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεις στους γονείς μέσα από την ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ;

Θα σου πω κάτι. Η δική μου η κόρη συνεχίζει να έχει ένα τελείως ακατάστατο δωμάτιο. Σε βαθμό που σε πιάνει τρέλα. Δοκίμασα κάθε μέθοδο, έγραψα ακόμη και την ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ! Μάλλον το μήνυμα δεν πέρασε σε εκείνη (χαχαχα). Ίσως γιατί η ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ, αν και πριγκίπισσα, είναι ένας «αναρχικός» χαρακτήρας. Σε κάθε περίπτωση, το κάθε παιδί έχει το χαρακτήρα του, ο οποίος μπορεί να διαμορφωθεί μέχρι ενός σημείου. Από κει και πέρα η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά! Με πολύ διάθεση χιούμορ, λοιπόν, λέω πως δεν πειράζει, ας μην πάρουν το μήνυμα τα παιδιά τώρα. Μπορεί να το πάρουν αύριο, σε πέντε χρόνια ή και ποτέ. Το θέμα είναι, διασκέδασαν και γέλασαν διαβάζοντας το βιβλίο; Αν ναι, αυτό αρκεί. Ας μην τρελαινόμαστε ως γονείς και ας αφήσουμε τελικά τα παιδιά μας λίγο πιο χαλαρά.

Ε: Γράφεις ότι υπάρχουν έτοιμα στο συρτάρι κι άλλα χειρόγραφα που ακόμη δεν τόλμησες να δουν το φως. Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον; Έχεις αρχίσει κάτι άλλο ή αυτό που αγαπούμε να κάνουμε το αφήνουμε στο περιθώριο για να ικανοποιήσουμε άλλες ανάγκες:

Από ιδέες άλλο τίποτα. Αν μπορούσαν να μεταπηδήσουν και αυτομάτως στο χαρτί θα ήταν το ιδανικό. Δεν έχει όμως φτάσει ακόμη η τεχνολογία σε τέτοια επίπεδα! Προς το παρόν έχω πράγματα ημιτελή, που δεν είναι έτοιμα προς δημοσίευση. Μάλλον ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, που λόγω των καθημερινών υποχρεώσεων, αφήνει στην άκρη τα προσωπικά «θέλω». Ή απλά δεν έχει έρθει ακόμη το πλήρωμα του χρόνου για να ωριμάσουν και να μετουσιωθούν οι σκέψεις σε λέξεις. Με βασανίζουν τα χαρτιά και τα στυλό, όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο για έναν άνθρωπο που καθημερινά γράφει λόγω επαγγέλματος. Θα πάρουν όμως σάρκα και οστά και οι καινούριοι μου ήρωες, είναι ήδη «στο δρόμο», και θα τους γνωρίσει και αυτούς το αναγνωστικό κοινό. Και ελπίζω να τους αγαπήσει όπως αγάπησε και την ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ!

Σε ευχαριστώ Μαρία Τσιώνη για τη συνέντευξη που παραχώρησες στο Bookia και εύχομαι ότι καλύτερο για τα επόμενα βιβλία σου.

Η Μαρία Τσιώνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λίμνη Ευβοίας. Σπούδασε Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά και τηλεοπτικούς σταθμούς, ως σύμβουλος επικοινωνίας, αλλά και ως γραμματέας δικηγορικού γραφείου. Είναι παντρεμένη κι έχει ένα παιδί. Έχοντας ζήσει τα 18 πρώτα χρόνια της ζωής της στην επαρχία, τα επόμενα 15 στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια, αποφασίζει το 2007 να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κατερίνη. Παράλληλα με τη δημοσιογραφία, που ασκεί ως επάγγελμα, συγγράφει χωρίς ποτέ να αποτολμήσει τη δημοσίευση. Κάποτε ωστόσο έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΞΕΣΚΟΝΟΠΑΝΟ» είναι η πρώτη συγγραφική προσπάθεια που βγαίνει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, τολμώντας να φλερτάρει με τους μικρούς αναγνώστες. Όπως λέει η ίδια: «Δεν είμαι παιδαγωγός, ούτε θέλω να περάσω στα παιδιά ηθικά διδάγματα. Για μένα επιτυχία θα είναι διαβάζοντας την ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ να γελάσουν, όπως γέλασε όταν της το πρωτοδιάβασα η κόρη μου, που ήταν η έμπνευσή μου και η αλάνθαστος κριτής μου».