είπαν για μένα

Κώστας Δανούσης - Ζωή σε θαλασσοσταλιές, απόπειρα ανθρωπολογικής προσέγγισης

«Δεν μπορούσα να φανταστώ τι γινόταν στο μυαλό της μάνας μου. Έβγαζε την κακί­α για το δικό της γάμο, που πήρε τον πατέρα μου, και γι ’ αυτό έπρεπε να εκδικηθεί εμένα. Αυτήν, όμως, την πάντρεψαν στα είκοσι έξι, ενώ εγώ ήμουν μόλις δέκα πέντε ετών. Τόσο πολύ ήθελε να με ξεφορτωθεί αλήθεια; Τόση κακία είχε μέσα της;»

Λίγες φράσεις από τις πρώτες σελίδες μας εισαγάγουν δραματικά στη ζωή που ξε­διπλωνόταν έως λίγα χρόνια πριν -μήπως κι ακόμα συνεχίζει να ξεδιπλώνεται;- γύρω από τις θαλασσοσπηλιές του νησιού μας. Χτυπούν διάνα στο κέντρο του δράματος της ανθρώπινης περιπέτειας. Η αγωνία της ύπαρξης αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους, είναι αυτή που μας συνθλίβει ανάμεσα στις συμπληγάδες των μεγάλων, μα και πανάρχαιων ερωτημάτων. Είναι, όμως, η ίδια που μας ανοίγει δρόμους, που μας διδάσκει πώς να σταθούμε στα ανεμοδαρ­μένα ύψη. Εκεί ψηλά, στο κοσμικό σκότος, ακούγοντας όσα «έφη ο Ζαρατούστρα», γυμνοί κι αντιμέτωποι με τους πιο σφοδρούς και παγωμένους ανέμους που πλήττουν το ανθρώπινο σύμπαν.

Τι γυρεύει, λοιπόν, ένας ιστορικός ερευνητής στο ερημικό αυτό τοπίο, που μόνον ο προφήτης μπορεί να σύρει τα βήματά του; Ο ρόλος του είναι εξόχως άχαρος. Μοιάζει με τον Ιατροδικαστή που ανατέμνει κάποια υπολείμματα από τα λείψανα του παρελθόντος, προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στις παραγγελίες των εντολέων του, προσθέτοντας και όσα «ως εκ της επιστήμης του ήθελε διαπιστώσει». Οι εκδηλώσεις, όμως, της ψυχής δύσκολα ανατέμνονται. Μα κι αυτές -όσο κι αν θέλει η παραδοσιακή επιστήμη να τις θεωρήσει σταθερές στο χρόνο- έχουν χωρο- χρονικό στίγμα. Μας το είπε 2400 χρόνια πριν ο θείος Είλάτων στο ανεπανάληπτο Συμπόσιό του, μας το επιβεβαιώνει σήμερα η Ιστορία των συναισθημάτων. Ναι, τα συναισθήματα -ο έρωτας, η ζήλια, η αγάπη, η κακία κι ο φθόνος- έχουν ιστο­ρία. Και σ’ αυτήν την ιστορία μας εισαγάγει με σπάνια σεμνότητα, χωρίς θόρυβο και φλυαρίες, η «Ζωή σε θαλασσοσπηλιές».

Οι σύγχρονες επιστήμες του ανθρώπου μας επιτρέπουν αυτό που έως χθες θα φάνταζε αυθάδεια. Επί 42 χρόνια ανατέμνω τα λείψανα του παρελθόντος στην ευ­λογημένη γη των θαλασσοσπηλιών και ατυχώς το παζλ της άγνοιας διαρκώς διευρύνεται. Γερνώντας, συνειδητοποιώ τι δεν ξέρω και μου λείπουν πολλά! Τα υλικά τεκμήρια, αν και λιγοστά, δέ/απουσιάζουν. Λείπει, όμως, εκείνο που τα εμ­ψυχώνει. Εκείνο που το παράδωσαν για πάντα στη λήθη οι τέσσερις τοίχοι των σπιτιών και η τα πάντα ορθοτομούσα αιδώς: Δηλαδή τα «ου φωνητά». Ο Αλμπέρ Καμύ, στην εισαγωγή της «Πανούκλας», μιλώντας για το Οράν της Αλγερίας, δι­δάσκει πως δεν μπορείς να γράψεις την ιστορία ενός τόπου, αν δε μάθεις πώς ε­ρωτεύονται και πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι.

Η επισήμανση, όμως, δεν είναι καινούργια. Μας το είπαν, ο καθένας με τον τρόπο του, 150 περίπου χρόνια πριν, δυο τιτάνες της Ανθρωπότητας: ο Λέων Τολστόι και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Και πράγματι, ξεφυλλίζοντας το μνημειώδες έργο «Ιστορία της Γαλλίας» του Jules Michelet, θα βρεις ημερομηνίες, τόπους, μάχες, απώλειες , λεπτομέρειες σημαντικές. Όμως μόνον το «Πόλεμος και Ειρήνη» θα σου επιτρέ­ψει να δεις πίσω από το προφανές, το επιφαινόμενο, την Εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία το χειμώνα του 1812. Μόνον «Οι Άθλιοι» θα σου δείξουν το ιδεολογικό, ψυχικό και γενικότερα συναισθηματικό υπόβαθρο της Εξέγερσης του 1832 στο Παρίσι του Λουδοβίκου - Φιλίππου της Ορλεάνης. Η αυτοκτονία του Ιαβέρη, τη στιγμή που έχει πετύχει το στόχο της ζωής του, τι άλλο είναι από τη δραματική σύγκρουση των ιδεών της Επανάστασης με εκείνες του χτες που εκ­προσωπούσε η Παλινόρθωση.

Αυτό ακριβώς μας προσφέρει η «Ζωή σε θαλασσοσπηλιές» της κ. Μάγδας Παπαδημητρίου. Έρχεται να ντύσει με σάρκες τα οστά που αποτελούν οι γραπτές πηγές και τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Κατάστιχα λογαριασμών, κτητορικές ή επιτύμβιες επιγραφές, ανάγλυφα σε μάρμαρο, παλιές φωτογραφίες αποχτούν φω­νή που την εμψυχώνει η ευαίσθητη διείσδυση της δημιουργού στη συλλογική ψυ­χή ενός τόπου. Ακουμπώντας σε εμπειρίες δεκαετιών, η διαίσθηση και η φαντασί­α του λογοτεχνικού λόγου, απαλλαγμένη από τα δεσμά της επιστημονικής μεθο­δολογίας και δεοντολογίας, μας ταξιδεύει πλησίστια στο κέντρο του στόχου, στον πυρήνα της ύπαρξης. Ο μεγάλος προφήτης της ανθρωπιάς του ΙΘ' αιώνα μας μί­λησε για τους υλικούς όρους της ζωής που καθορίζουν την κοινωνική συνείδηση και τη δράση του ανθρώπου. Η εξίσωση, όμως, της ζωής δεν είναι πρωτοβάθμια. Έχει πολλούς αγνώστους και απ’ αυτούς τους περισσότερους τους φωτίζει η τέ­χνη του λόγου. Γι’ αυτή τη σειρά των αγνώστων x, y, z κ.λπ. μας μιλάει το βιβλίο που παρουσιάζουμε. Έτσι, νομιμοποιούμαι κι εγώ να καταθέσω τη δική μου μαρ­τυρία. .Νομιμοποιούμαι γιατί η συγγραφέας μου δίνει το κλειδί ν’ ανοίξω κάποιες πόρτες ερμητικά κλειστές. Εμείς το λέμε Ιστορία νοοτροπιών, πλην όμως το εύ­ρος της είναι εξόχως μεγαλύτερο.

Μια μικρή κοινωνία, απομονωμένη στην άκρη ενός νησιού -ενός νησιού μεσ’ στο νησί, όπως κάποτε προσφυώς επισήμανε ιστορικός της περιοχής- πορεύεται στο χρόνο ταλανιζόμενη από ισχυρές αντιθέσεις και σκληρές συγκρούσεις. Ο πο­λιτικός ριζοσπαστισμός συνυπάρχει με την ακραία κοινωνική συντήρηση. Οι άν­θρωποι δέσμιοι της ιστορίας τους, αν και συνειδητοποιούν το παράλογο, εντού­τοις το αναπαράγουν. Ακόμη κι όταν πιστεύουν πως είναι λεύτεροι, αφέντες της ζωής τους, κάνουν έρωτα σαν το ζευγάρι TOUjRodin. μέσα στο χέρι του Θεού. Το παιχνίδι είναι από χρόνια στημένο. Υψώνουμε τον επηρμένο λόγο μας, σημειώνει ο Thomas Mann, και δεν καταλαβαίνουμε πως μέσα από τα λόγια μας μιλάει α­κόμη ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ!

Ο Θεός προίκισε τον τόπο που διαδραματίζεται η ιστορία μας με πέτρες. Εν αρχή ην ο λίθος! Και μ’ ένα λιμάνι, το μοναδικό φυσικό κι ασφαλές του νησιού. Ο λί­θος παντρεύτηκε τη θάλασσα και το γάμο ευλόγησαν ο ήλιος, ο αγέρας κι υετός. Ο ήλιος έκανε την πέτρα ιδέα, καλλιτεχνική έκφραση, και εκείνη δρασκέλισε το κατώφλι του χρόνου κι άρχισε ένα αυτόνομο, ατέλειωτο ταξίδι στην αιωνιότητα. Εκείνη την πέτρα πήραν τα θαλασσοπούλια του τόπου και την ταξίδεψαν σε όλα τα μεγάλα κέντρα της Ανατολής, της Μαύρης και της Άσπρης θάλασσας.

Μαρμαράδες και θαλασσινοί, οι άντρες έφευγαν πάντα απ’ τον τόπο τους, για να κερδίσουν το μερτικό της ζωής και πίσω τους οι γυναίκες γίνονταν άντρες στη θέ­ση των αντρών! Άδεια κρεβάτια κι αγκαλιές κι ένας κοινωνικός έλεγχος καταθλι- πτικός που σύντριβε κάθε όνειρο εξέγερσης. Μοντέλα που είχε επιβάλλει η αδή­ριτη ανάγκη της κοινωνικής συνοχής αναπαράγονταν αιώνες, παρά το γεγονός ότι εκείνοι που γύριζαν στην Ιθάκη τους έφερναν κυρίως ιδέες νέες, πολιτικό και αι­σθητικό προβληματισμό ενός υψηλού επιπέδου, αντιστρόφως, όμως, ανάλογο με τις κοινωνικές δομές. (U γυναίκα που έμενε πίσω, φύλακας των επάλξεων του α­ποκλεισμό με την κυριαρχία της στο σπίτι. Καπετάνισσα, γυναίκα του μάστορα, του ναύτη ή του κάλφα, ήταν εκείνη που θα κρατούσε την κάσα, που θα έκανε τε­λικά το κουμάντο στη φαμίλια. Και η ζωή θα πορευόταν για αιώνες κατά τον ίδιο τρόπο. Η δυναστευόμενη γινόταν δυνάστης. Τα καταπιεσμένα όνειρα θα καταπίε­ζαν άλλα, νεότερα. Το ζευγάρωμα θα γίνεται κατά σύμβαση και οι σχέσεις σπάνια απαλλαγμένες από το δαίμονα της αντιπαλότητας, μιας αντιπαλότητας που τη δηλητηρίαζε η διηνεκής ακύρωση των ονείρων. Μια απέραντη μοναξιά ταλάνιζε τις ψυχές μέσα από μια ατέρμονα φλυαρία. Τα περιθώρια για προσωπικές επιλογές περιορισμένα κι αυτά από τις ανάγκες της επιβίωσης. Όλοι αισθάνονται λεύτεροι κι όμως όλοι θα κάνουν εκείνο που έκαμε ο γονιός, ο παππούς και ο προπάππος. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ κι ο Ιακώβ!

Σίσυφοι, θα ανεβάζουν την πέτρα της ζωής τους μια ζωή κι εκείνη την κρίσιμη ώρα θα κατρακυλάει και πάλι στους πρόποδες του λόφου.

Κι όταν κάποιοι, αρκετοί κατά τη γνώμη μου -η κοινωνική ευπρέπεια επέβαλε πάντα τη σιωπή- συνειδητοποιούσαν το αδιέξοδο, οι επιλογές όμως ν’ αντιδράσουν, να δραπετεύσουν από χέρι του Θεού ήταν ελάχιστες. Έπρεπε, γυναίκες κι άντρες, να δεχτούν τη μοίρα. Κι οι πιο ψαγμένοι, θα αναζητούσαν δημιουργική διέξοδο μέσα από μια κοινή πορεία, μέσα από άλλα όνειρα: Τα παιδιά μας δε θα είναι σαν και μας! Θα ζητούσαν να απαλύνουν την τραγικότητα της ύπαρξης μέσα από μια γεμάτη στοργή ματιά, ένα τρυφερό άγγιγμα, ένα μινόρε, μινόρε της αυ­γής, ή μια πατινάδα -ένα γλυκόπικρο noctumo-, μια καντάδα τ’ απόβραδο.

Τέτοιοι ήσαν, τους θυμάμαι με ιδιαίτερη συγκίνηση, ο Ζαχαρίας ο Κουλούρας με την Ειρήνη, ο Αριστείδης με την Κατίνα, ο Αντώνης με την Ελένη και άλλοι πολλοί. Ακόμη κι ο μοναχικός κι ευαίσθητος Φιλόθεος, που αφού περιπλανήθηκε από τις ερήμους τις Μέσης Ανατολής έως τις παγωμένες εσχατιές του Καναδά, πενήντα σχεδόν χρόνια τώρα σκουπίζει με το αρωματικό μαντηλάκι την εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Σε αυτόν τον κόσμο μας ταξιδεύει με το βιβλίο της η κυρία Μάγδα Παπαδημητρίου. Μέσα σε 360 σελίδες διαβαίνουν 70 χρόνια ζωής, τραγωδίες, αγώνες, νικητή­ριοι παιάνες μα και θρήνοι και ένα τέλος καλό. Ένα τέλος καλό, που σπάνια μεν έρχεται, αλλά το ’χουμε ανάγκη, ελιξίριο ζωής, για να μετριάσουμε την οδύνη της ύπαρξης.

Και λίγο πριν το τέλος δυο στίχοι απ’ το «Καπνισμένο τσουκάλι» του ποιητή της Ρωμιοσύνης:

«Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, από τον κόσμο.

Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο!»

Και εμείς γιατί τα κάνουμε όλα αυτά;

«Όχι απλώς για να ερμηνεύσουμε, μα για να αλλάξουμε τον κόσμο», όπως μας δι­δάσκει ο Κάρολος Marx στην ενδέκατη θέση του για το Ludwig Feuerbach.

Ένα βήμα, λοιπόν, γι’ αυτή την πολυπόθητη αλλαγή είναι και η «Ζωή στις θαλασ­σοσπηλιές» και ευχαριστώ εγκαρδίως την κυρία Παπαδημητρίου που μου επέτρε­ψε να παρακολουθήσω το ταξίδι της και να δώσω στο αντικείμενο της έρευνάς μου μια νέα, απόλυτα αναγκαία και δημιουργική διάσταση.

Σας ευχαριστώ.

Κώστας Δανούσης

Από την παρουσίαση του βιβλίου «Ζωή σε θαλασσοσταλιές» στην Αθήνα