είπαν για μένα

Παναγιώτης Πρασσάς: «Χορταριασμένος ανεμόμυλος»

Ομιλία του Παναγιώτη Πρασσά ιστορικού Τέχνης στη παρουσίαση του βιβλίου της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη «Ζωή σε θαλασσοσταλιές» στον Πύργο της Τήνου. Ένας θεατρικός μονόλογος που εμπνεύστηκε και παρουσίασε ο ίδιος ο ομιλητής. Ευχαριστώ τον φίλο Παναγιώτη Πρασσά, τους μουσικούς που τον συνόδευαν και τη Βαλεντίνα Γαβριελάτου που απήγγειλε τα αποσπάσματα του βιβλίου….

ΦΙΛΙΠΠΙΚΟΣ

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ

«ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΟΣ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ»

Το βιβλίο που η Μάγδα μας χάρισε το αντιλήφθηκα εξ αρχής ως κάτι κοντινό στη διαδικασία που τρέπει το κριθάρι σε αλεύρι. Εκεί, μέσα στους πολυάριθμους μύλους ανέμων, κάποτε διάσπαρτους στις τηνιακές βουνοκορφές, ο Αίολος φούσκωνε το λευκό πανί. Τα γρανάζια χάιδευαν τον άξονα που κινητοποιούσε την πέτρα, μεταμορφώνοντας τον καρπό της γης στην πρώτη ύλη για τον επιούσιο ημών άρτο. Θα ήταν προσβολή της κοινής λογικής αν η Τήνος μας δεν έβριθε ανεμόμυλων με τέτοιο και τόσο άνεμο που της χάρισε προνοητικά η φύση. Ξέρετε, για εμάς που αγαπάμε τούτον τον τόπο ως έχει, ο βοριάς είναι ένας φυσικός λυτρωτής που έρχεται να καλύψει το κενό που άφησαν οι κάθε λογής πρασινάδες όταν η Τήνος έπαψε να καλείται «Υδρούσα». Για άλλους πάλι, ο βοριάς αποτελεί παραφωνία: παραποιεί την κόμμωση αμέσως μόλις βγεις από το κομμωτήριο, σκονίζει το jeep σου ενώ το έχεις μόλις πλύνει. Προσβολή της κοινής λογικής είναι οπωσδήποτε και η δόλια εκμετάλλευση αυτού του αέρα με την τοποθέτηση καθ’ όλα και εξ ολοκλήρου ζημιογόνων αιολικών πάρκων. Είμαι βέβαιος, αν μάθαινε ο Αίολος ότι χρησιμοποιείται το όνομά του για μία ακόμη μπίζνα των λίγων εις βάρος των πολλών, θα μας έπαιρνε και θα μας σήκωνε στην κυριολεξία…. Περιγράφει η Μάγδα έναν ανεμόμυλο ερειπωμένο, χορταριασμένο. Διαβάζοντάς την ξανά και ξανά κατάλαβα τελικά με αφοπλιστική αφέλεια γιατί ερειπώνονται οι ανεμόμυλοι, οι περιστεριώνες, τα σπίτια, οικισμοί ολόκληροι…. Διότι η φύση, που δάνεισε στον άνθρωπο την πέτρα, το χώμα, το νερό και τη φωτιά προκειμένου να χτίσει ανώγια και κατώγια, του τα ζητά κατόπιν πίσω. Αναπόφευκτα αλλά άτοκα και λίγα-λίγα. Δίκαιη συναλλαγή, δεν νομίζετε; Μακάρι να έμοιαζαν λίγο στη φύση οι τράπεζες και οι λοιποί τοκογλύφοι. Πόσο μεγαλείο χωρά άραγε  μέσα σ’ ένα ερείπιο; Σε δέκα σκόρπια αγκωνάρια;; Σε στεγάδια που από ταβάνι έγιναν πάτωμα; Χους εις χουν! Ευτυχώς η τήνια γη προσφέρει άφθονα αγριολούλουδα για να στολίζει τα εγκαταλελειμμένα καλλιτεχνήματά της. Καλησπέρα σας, είμαι ο Φίλιππος, ο γιατρός που έπλασε η Μάγδα. Φαντασιακός μα κι αληθινός συνάμα, είμαι ο καλός δαίμονας της Αλλαγής. Εγκαταστάθηκα πριν χρόνια εδώ στον Πύργο και άλλαξα εν μέρει τις νοοτροπίες των ανθρώπων. Όχι γιατί είμαι εγώ σπουδαίος, αλλά επειδή αυτοί εδώ οι σπουδαίοι άνθρωποι ήθελαν να αλλάξουν. Γιατί ευτυχώς είναι «επιρρεπείς» στην πρόοδο…

Πράξη 1η:

«ΜΑΡΙΓΩ ΕΝ ΠΥΡΓΩ ΟΠΩΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ»

Η Μαριγώ, κεντρική ηρωίδα και ταυτόχρονα ηρωικό κέντρο της όμορφης ιστορίας που ύφανε η Μάγδα, περνά από τον ρόλο της κόρης σ’ εκείνο της συζύγου, κι από αυτόν σ’ εκείνον της μάνας και της γιαγιάς μέσα σ’ ένα ανοιγόκλειμα των ματιών. Κοινός παρονομαστής η γυναικεία φύση. Θηλυκό: αυτό το τέλειο πλάσμα που ο θεός έστειλε να διαφεντεύει τη γη στ’ όνομά του! Από καταβολής κόσμου θαρρώ οι γυναίκες πότε με όπλο τη σαγήνη, πότε με οδηγό το ένστικτο καθορίζουν –και πάλι καλά– την πορεία αυτού του δήθεν ανδροκρατούμενου κόσμου. Η Μαριγώ θυσιάζει το δικαίωμά της να επιλέγει γιατί έχει η ίδια επιλέξει να δώσει προτεραιότητα στις αποφάσεις της μητέρας της. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά δεν είναι. Ο σκλάβος που έχει επίγνωση της δουλείας του νιώθει ελεύθερος. Έτσι κι η Μαριγώ βιώνει την μητρική καταπίεση γνωρίζοντας ότι υφίσταται μία αδικία, αλλά σαν τραγική ηρωίδα την ξεπερνά με αρωγό την επίγνωση, τη συνειδητοποίηση των συνθηκών. Οδηγείται σ’ έναν γάμο που δεν διάλεξε αλλά της διαλέχτηκε. Εντυπωσιάζει εμάς σήμερα η βγαλμένη από την παρελθούσα πραγματικότητα διαδικασία μέσω της οποίας οι γυναίκες δεν μπορούσαν να παντρευτούν αυτόν που αγαπούσαν, αλλά όφειλαν, και συχνά κατάφερναν, να αγαπούν αυτόν που παντρεύονταν. Σαν άλλη Ιφιγένεια που πρόθυμα θα έδινε το κεφάλι της θυσιάζοντας το ιδιωτικό «εγώ» για χατίρι του κοινοτικού «εμείς», η Μαριγώ ζει μια ατέρμονη διαδικασία υποταγής και παραχωρήσεων απέναντι στη μητρική ανόητη παντογνωσία. Γιατί ανόητος είναι κάθε παντογνώστης που πλανάται ότι μονοπωλεί τη μια και μόνη αλήθεια. Κι όταν φεύγει από τη ζωή δεν βρίσκεται ούτε ένα δάκρυ να μαλακώσει το χώμα που τον σκέπασε.

Πράξη 2η:

«ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ»

Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όλοι εσείς που μας συντροφεύετε απόψε, συνοδοιπόροι σ’ αυτό το ταξίδι που μας προσφέρει η καπετάνισσα Μάγδα, έχετε βιώσει τον έρωτα. Είστε άνθρωποι γεμάτοι ευαισθησίες που διέκοψαν τις... διακοπές τους εμπλουτίζοντας τες με μια βραδιά σαν τη δική μας. Εδώ, κάτω από τον εμβληματικό γερό-πλάτανο, συζητώντας για ένα γλυκόπιοτο –σαν ξωμερίτικο ρακί– μυθιστόρημα που περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα. Συνήθως θυμόμαστε από κάθε ερωτική μας περιπέτεια τις πρώτες –ανεπιστρεπτί μοναδικές– ήμερες. Τις στιγμές εκείνες που το αίμα κοχλάζει στις αρτηρίες κι αλλάζει το χρώμα του προσώπου. Είναι η περίοδος που ακόμα και τα πιο τρανά ελαττώματα φαντάζουν μικρά… προτερηματάκια. Μοιραία κατόπιν εισβάλλουν η ρουτίνα, ο κορεσμός και η συνήθεια… Αν τα θεμέλια είναι στέρεα τότε ο έρωτας γίνεται αγάπη, το πάθος μεταμορφώνεται σε κατανόηση κι ο ενθουσιασμός ντύνεται εκτίμηση. Αν όχι, ο χρόνος εδώ δεν είναι ιατρός ούτε σύμμαχος, αλλά εχθρός: κατατρώει σαν το σαράκι τα ξύλινα λόγια κι αισθήματα. Η Μαριγώ μας, για φανταστείτε, έζησε μοναχά το πρώτο εκείνο αναλλοίωτο από τη φθορά στάδιο του ερώτα. Την πρωτόλεια αυτή έλξη ενός και μόνο υπέροχου μήνα, που έσταζε μέλι από τηνιακό θυμάρι. Γλυκό διάλειμμα σε μια ζωή που θυμίζει συλλογή από εμπόδια. Γιατί αυτή δεν είναι άλλωστε η μορφή του βίου των απλών ανθρώπων; Μια διαρκής πάλη για την επιβίωση γεμάτη πικρίες, απογοητεύσεις και προδοσίες στολισμένη με σταγόνες χαράς, ελπίδας και αισιοδοξίας.

Το τηνιακό τοπίο εκτίθεται απλό μέσα στην πολυπλοκότητα του, μεστό μέσα στη μονοτονία του, σοφό μέσα στη δική μας αγνοία. Ο Υάκινθος ή Πάνορμος ή Παλέρμο ή Πύργος των Αρβανιτών ή Πύργος Τήνου ή Χαλεπάδος όπως μ’ αρέσει να τον αποκαλώ, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανέναν από τους υπόλοιπους… Αποδίδω μόνο ιδιότυπη δικαιοσύνη! Τι να σας πρωτοπώ εγώ ο ταπεινός γιατρουδάκος για τη χάρη αυτού του χωριού, αφού είναι όλα –και δικαίως– χιλιοειπωμένα. Μόνο ένα θα σας εκμυστηρευτώ: Παράτησα τις χίλιες ανέσεις της πρωτεύουσας για να με καλημερίζει κάθε πρωί η πρώτη ανεκτίμητη αχτίνα του ήλιου μέσα από τον ανατολικό μου μαρμάρινο φεγγίτη. Αλλάζει η οπτική γωνία από την οποία θωρείς τη ζωή εδώ χάμω! Τα βράχια της Βωλάξ –τελικά δεν θα μπορέσω ποτέ να την πω Βώλακα!– ταιριάζουν με τα αδούλευτα αλλά σμιλευμένα σαν από τηνιακό γλύπτη στήθη της Μαριγώς. Το ιερό γυναικείο στήθος, το πρώτο μπιμπερό όλων μας, σύμβολο πρωτόγονο του αναπόσπαστου κρίκου που συνδέει τη μανά με το παιδί. Παραπέμπει το νου μου στη φτωχή τηνιακά μάνα που άφηνε το παιδί της να τραφεί με το ελάχιστο αγελαδινό γάλα, προκειμένου να προσφέρει το δικό της έναντι μισθίου στη Σύρα, στην Αθήνα, στη Σμύρνη, στην Πόλη…. Εγκατέλειπε το παιδί της για χάρη του! Η Μαριγώ για χάρη του παιδιού της εγκατέλειψε τη γυναίκα μέσα της. Έζησε για πολλά χρονιά ως αντικείμενο, άλλα τόσα ως υποκείμενο κι έναν μόνο μήνα ως γυναίκα. Το τηνιακό τοπίο ή  έστω η θύμησή του, αποτέλεσε μαζί με το παιδί της και δυο-τρεις πολύτιμους φίλους, τη μόνη της παρηγοριά. Η φύση που γεννά τον άνθρωπο δεν θα πάψει ποτέ να τον εμπνέει, να του προκαλεί δέος για τη μικρότητα του μπροστά στο μεγαλείο της. Η Τήνος είναι πρώτα και κυρία οι άνθρωποί της, το πνεύμα και οι ψυχή τους, αλλά κάθε σπιθαμή αυτής της γης τους έχει οπωσδήποτε επηρεάσει, ίσως και καθορίσει αναπόδραστα.

ΙΝΤΕΡΛΟΥΔΙΟ
ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΟΣΤΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Από ένα  ηθογραφικό διήγημα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ως σημείο αναφοράς η σύγχρονη ελληνική ιστορία, στο πλαίσιο της τηνιακής  πραγματικότητας του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Οι συνθήκες σκληρές, ένας λαός που κουράστηκε να αναμένει την… ξεκούραση! Οι ιστορικές αναφορές στα πολυπλεύρως δύσκολα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια στα οποία γεννιέται η ηρωίδα Μαριγώ, είναι μεστές και το κυριότερο ακριβείς. Στην απομονωμένη Εξωμεριά, ο τηνιακός λαός δεν βίωσε τόσο τον πόλεμο αλλά υπέστη τις συνέπειες του. Ο Κοσμάς Κολάρος, σαρξ εκ της σαρκός του Πύργου είναι ένα μόνο παράδειγμα –ίσως το πιο εμφατικό- αυτοθυσίας και ηρωισμού ανθρώπων που ανάμεσα στην υποταγή ή την ανυπακοή, συνήθιζαν να επιλέγουν το δεύτερο. Και λέω συνήθιζαν, διότι σήμερα αντιθέτως μου φαινόμαστε πολύ πρόθυμοι να συμβιβαστούμε με ό,τι υποθηκεύει τα όνειρά μας, με ό,τι προσγειώνει τις προσδοκίες μας. Ευτυχώς τα δύσκολα εκείνα χρόνια έπεσαν πάνω στις πλάτες ικανών να τα σηκώσουν ανθρώπων. Θεία πρόνοια ή ριζικό, διαλέξτε ό,τι σας ταιριάζει, νιώθω ότι συνήθως τα δυσθεώρητα εμπόδια τίθενται έμπροσθεν αυτών που δείχνουν επαρκείς να τα υπερκεράσουν. Οι Πυργιανοί των δεκαετιών ’50 και ’60 ζουν μια ιδιότυπη απομόνωση που τους στερεί πολλές από τις αστικές πολυτέλειες, τους αφαιρει όμως το οδυνηρό "προνόμιο" της έλλειψης κοινωνικών επαφών. Ίσως σας φανεί κάπως παράξενο, αλλά το καλώς ή κακώς εννοούμενο κουτσομπολιό στις ανεπανάληπτες τηνιακές βεγγέρες ήταν μεταξύ άλλων δείκτης κοινωνικότητας, ενδιαφέροντος κι ένας λιτός τρόπος επικοινωνίας και διασκέδασης. Μετά ήρθε η τηλεόραση! Η τηλεοπτική βεγγέρα και αισίως η διαδικτυακή περιλαμβάνει πλέον μια μη αμφίδρομη μορφή διασκέδασης, σπάνια δε ψυχαγωγίας. Προτιμώ τις πολύβουες βεγγέρες του χθες, παρά τις μονοφωνικές σημερινές, κατά τις οποίες τηλεπερσόνες λάτρεις του ντεκουπάζ παριστάνουν τις χαζές για να νοιώσει η Νεοελληνίδα νοικοκυρά κομματάκι εξυπνότερη, ικανοποιώντας το ματαιόδοξο της  «εγώ».

Το κυρίαρχο ιστορικό πλαίσιο όμως είναι η ντροπιαστικοτερη επταετία από συστάσεως ελληνικού κράτους, η Χούντα των ημιαγράμματων συνταγματαρχών. Ένα καθεστώς που βόλεψε κάποιους λίγους που το υπηρετήσαν. Μερικοί μάλιστα την αναπολούν μέχρι σήμερα, αδαείς ή βολεμένοι που ξεβολεύτηκαν. Ταλαιπώρησε κάποιους άλλους εξ ίσου λίγους που σε αντίθεση με τους προηγούμενους, βρήκαν το σθένος να αντισταθούν και το πλήρωσαν: άλλοι ακριβά κι άλλοι ακριβότερα… Το βιβλίο όμως μας ανοίγει τα μάτια να αντικρύσουμε κατάματα μια λίγο ασύμφορη πραγματικότητα: ο πολύς λαός ειδικά στην επαρχία δεν διέθετε ούτε την υποδομή ούτε το κίνητρο να αντισταθεί και να αντιδράσει έμπρακτα. Ζούσε φιλήσυχα και οτιδήποτε η Χούντα πρέσβευε, αποφάσιζε και διέταζε…. δεν τον άγγιζε ούτε τον αφορούσε. Ο Πύργος και τα χωριά μας ζούσαν σ’ έναν δικό τους μικρόκοσμο όπου οι ιδέες και η φιλοσοφία της ζωής δεν είχαν αλλάξει τόσο ώστε να κινητροδοτήσουν αντιδράσεις ή έστω αντιθέσεις. Η δημιουργία του δρόμου από το καθεστώς που επιτέλους ένωσε το κεφαλοχώρι με το επίνειο του αποτέλεσε ένα γλυκό δόλωμα. Όμως η παρουσία της δοτής αυτής εξουσίας φρόντισε να ηχήσει εκκωφαντικά στις ψυχές των ανθρώπων όταν εκδόθηκε η υπουργική απόφαση που όριζε ότι οι μαθητές όφειλαν με κάποιον τρόπο να είναι δεξιόχειρες. Οι προνεοτερικού τύπου υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο! Όταν η Μάγδα θα σας υπογράψει μια ιδιόχειρη αφιέρωση, θα διαπιστώσετε ότι τα δάκτυλα του δεξιού της χεριού τρεκλίζουν. Θα καταλάβετε πολλά και θα νιώσετε ακόμη περισσότερα. Αλλά τι να πρωτονιώσει κανείς μπροστά σε έναν πολίτικο παραλογισμό που απεχθανόταν οτιδήποτε το αριστερό; Ακόμη και το αριστερό χέρι ενός εξάχρονου παιδιού τρόμαζε την κυβέρνηση της επαναστάσεως… Θα εκκόλαπτε φαίνεται αναρχοκουμουνιστικοσυμμοριτες! Είπαμε, το μονοπώλιο της αληθείας βλάπτει την κοινή λογική και την ανθρωπινή αξιοπρέπεια.

Πράξη 3η:

Η ΜΑΡΙΓΩ ΩΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Οι γυναίκες των ναυτικών έχουν ευχή και κατάρα να πορεύονται με την απουσία μπολιασμένη στις ψυχές και το κορμί τους. κατάρα γιατί αναλαμβάνουν μονές αυτές το κουμάντο της οικιακής οικονομίας, τις ευθύνες κάθε απόφασης. Ευχή για τον ίδιο ακριβώς λόγο, φτιάχνουν χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο το ότι αποκαλούνται «καπετάνισσες»!
Μπορεί ποτέ να μην έχουν αγγίξει τιμόνι αλλά στέργουν ώστε το σκάφος που λέγεται σπιτικό και το πλήρωμα που λέγεται οικογένεια να αποφεύγουν τις κακοτοπιές όπως οι καπεταναίοι τους υφάλους. Η Μαριγώ δεν χάρηκε ποτέ τη σιγουριά της αγάπης και της καλώς εννοούμενης συνήθειας που έπεται της αρχικής γοητείας του ερώτα. Κράτησε την πιο θερμή ανάμνηση για να ζεστάνει το παγωμένο παρόν της. Τέτοια είναι η μοίρα των  καπετανισσών να βαδίζουν υπό το βάρος της στέρησης, αλλά και με την σπινθηροβόλα ελπίδα της προσδοκίας. Η προσδοκία αυτή της επιστροφής του συντρόφου δίνει νόημα κι αξία σε κάθε δευτερόλεπτο μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που αναπληρώνεται όχι επάξια αλλά ικανά από τον κοινωνικό περίγυρο. Η Πανορμίτισσα φίλη της Μαριγώς, η φωτισμένη κρητικιά δασκάλα κι εγώ, πλαισιώνουμε τη Μαριγώ όχι από λύπηση, αλλά από θαυμασμό και από βαθιά αίσθηση ενός ανθρωπινού καθήκοντος μιας αλληλέγγυας κοινωνίας: Από εκτίμηση σε μια γυναίκα που παλεύει ακούραστα να συμφιλιωθεί με μια μοίρα που δεν διάλεξε αλλά αποδέχτηκε γενναία. «Ουδείς χρησιμότερος των ιατρών αν δεν υπήρχαν οι δάσκαλοι», επιτρέψτε μου να παραφράσω λίγο αλλά σημαντικά τη γνώστη ρήση για να καταδείξω τη σημασία που έχει η ομόνοια και η συμπόρευση. Το πρόβλημα του συνανθρώπου μας αφορά όχι τόσο από χριστιανική υποχρέωση, ούτε επ’ ουδενί  από την απαίτηση να μας ανταποδώσει: μας αφορά από την ανεπανάληπτη αυθεντική ικανοποίηση κι από την αυθόρμητη ευδαιμονία που νιώθει ο άνθρωπος όταν συντρέχει τον έχοντα ανάγκη. Η Μαριγώ νοσταλγεί το Γιακουμή της, έναν άνδρα που αγάπησε όσο έλειπε κι όχι όσο ήταν παρών.  Στο μεταξύ ανατρέφει ένα άξιο παιδί, τη Μαρουσώ,  τηρώντας την ευγενή συνθήκη να το δει να προοδεύει περισσότερο από εκείνη. Η ίδια γίνεται μάνα και πατέρας και η Μαρουσώ γίνεται υπερβατικά κόρη και σύζυγος. Η Μαριγώ δεν βγάζει για δεκαετίες τα μαύρα του πένθους όχι επειδή φοβάται την κοινωνική κατακραυγή, αλλά επειδή επιβάλλει στον εαυτό της την πένθιμη διάθεση, σαν την Πηνελόπη που δεν φορούσε κοσμήματα όσο περίμενε τον Οδυσσέα. Μονό η θλίψη την κοσμούσε, η προσμονή και η αγωνία. Αλήθεια, η «αγωνία» δεν θα έπρεπε να κατοχυρωθεί ως το θηλυκό της λέξης «αγώνας»;….

Πράξη 4η:

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με
Αγαπημένη αίσθησις
Επέστρεφε και παίρνε με.
Όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη
Κι επιθυμιά παλιά ξαναπερνά στο αίμα, 
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται
Κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα, 
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται

Οι  μελετητές του Κωνσταντίνου Καβάφη απέχοντες παρασάγγας από εμένα σε επίπεδο και εμπειρία, δηλώνουν βέβαιοι ότι κάποιος με το γλωσσικό εύρος του αλεξανδρινού ποιητή δεν μπορεί ποτέ να παρασύρθηκε από την ποιητική μέθεξη και να λησμόνησε ότι η προστακτική είναι πάντα «αναύξητος εγκλισις». Ο Καβάφης ήξερε, βέβαια τον ορθό τύπο της προστακτικής επίστρεφε, επέλεξε όμως, μ' εξαιρετική ποιητική ευφυΐα, το λαϊκό επέστρεφε, για να εκφράσει, και «φωνητικά», την έννοια της «επανάληψης». Η κεντρική για το συντομότατο αυτό ποίημά του έννοια αυτή εκφράζεται όχι μόνο με πολλούς γλωσσικούς δείκτες (συχνά, πάλι), αλλά και με την επανάληψη, και μάλιστα το διπλασιασμό, των τεσσάρων φωνηέντων (ε) του τίτλου στο «εσωτερικό» του ποιήματος: «επέστρεφε και παίρνε με». Εγώ θεωρώ ότι είναι γλωσσικό παιχνίδισμα. Ίσως ήθελε –ποιητική αδεία– να δώσει έναν ευρύτερο χαρακτήρα στην παραίνεση. Αν έλεγε «επίστρεφε», θα περιόριζε το νόημα. Ενώ «επέστρεφε»… Αυτός, αυτή, αυτό…. Κάποιος, κάποια, κάτι… Πολλαπλό νόημα όπως σε κάθε σπουδαίο ποίημα! Δεν θα σας αποκαλύψω εγώ το αναπάντεχο όσο και αισιόδοξο τέλος αυτής της γλυκόπικρης ιστορίας. Σαν το αφήνω παρακαταθήκη– κίνητρο για να ανακαλύψετε ο καθένας τη δική του αλήθεια όπως αρμόζει σε κάθε έργο που αναμειγνύει τον λόγο με τη τέχνη. Μοιράζομαι μόνο λίγη τροφή για σκέψη: Σ’ αυτόν τον κόσμο –εκτός από τον ίδιο τον κόσμο– τίποτα άλλο δεν είναι μάταιο. Και συμβαίνει συχνά, με τρόπο δίκαιο, να αποκαθίστανται –έστω και μερικώς– οι αδικίες, να επανέρχεται η ισορροπία, να θριαμβεύει το άριστο μέτρο!

POSTLUDIO
Αναβαθμίδες ζωής ή τηνιακές πεζούλες

Πύργος, ανεμόμυλος, θάλασσα, γυναίκα, έρωτας, γέννηση, μάνα, θάνατος, ελπίδα, καταπίεση, εμπόδια, άλματα, εξέλιξη, προσδοκία, δικαίωση.  Η ζωή μας πάντα θα’ ναι μια ευθεία γραμμή από ήττες σαν ημιθανές καρδιογράφημα. Προσωρινές νίκες τη διαταράσσουν ευχάριστα και της ξαναδίνουν πνοή, θυμίζοντάς μας ότι η αξία ενός θριάμβου δεν ανταλλάσσεται ούτε με χίλιες πίκρες μιας κατάρρευσης. Η κατάρρευση εξ άλλου θα δίνει πάντοτε αξία στην ουσία του θριάμβου, όπως το σκοτάδι νοηματοδοτεί το φως! Το βιβλίο ετούτο αναδίδει αρώματα: κριθάρι, μαρμαρόσκονη, αλμύρα, αγριολούλουδα, σμιγμένα χείλη και καθαρτήρια τηνιακή στροφιλιά!

Ευχαριστώ Μάγδα για ό,τι έγραψες, ευχαριστώ εσάς για όσα μόλις μοιραστήκαμε!

Παναγιώτης Πρασσάς