Προτάσεις βιβλίων

Διαρκές φύλλο πορείας

Ο τίτλος του βιβλίου είναι πολύ εύστοχος αφού από το 1897 που ξεκινά η περιπλάνηση μέχρι περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ήρωες του πολεμούσαν συνεχώς. Είτε νόμιμα είτε παράνομα. Είτε για την πατρίδα είτε για πολέμους που έστηναν οι μεγάλες δυνάμεις. Ένα «ηθικό χρέος» θα έλεγα πως «ξεπληρώνει»  ο συγγραφέας προς τον αγαπημένο του τόπο και τους προγόνους του. Ένα χρέος στην Ιστορία της Χαλκιδικής, τους ανθρώπους που πάλεψαν για την πατρίδα με μόνο παράσημο τους αγώνες και τις ζωές τους.

Κατάφερε να με πάρει από το χέρι και να με γυρίσει πίσω με τη μηχανή του χρόνου κάνοντας  με  συνταξιδιώτη και μάρτυρα της ματωμένης ιστορίας. Θα φανώ απαισιόδοξη μα εκείνα τα  ιδανικά  και οι αξίες που αντίκρισα στα πρόσωπα των ηρώων τα θεωρώ χαμένα. Ο καπετάν Αντώνης, η κυρα-Μπετσίνα, ο Τσιρίμπασης, ο τσορμπατζής Διαμαντής, ο Τάσος, ο Νικόλας, ο Σαράφης, ο Μιχάλης ήταν οι λαϊκοί εκείνοι ήρωες, δεν ξέρω κατά πόσο είναι κυήματα της φαντασίας του, ζωντάνεψαν συγκλονιστικές στιγμές του παρελθόντος, χρήσιμες και διδακτικές για το παρόν και το μέλλον της πατρίδας και του λαού μας!

Διαβάζοντας το γνωρίζουμε στιγμιότυπα από την καθημερινή δύσκολη ζωή  των ηρώων που ζούσαν στα ορεινά χωριά της Χαλκιδικής, καθώς και εμβόλιμα στοιχεία από τον πολιτισμό τους. Μέσα από την ιστορία της οικογένειάς του, των προγόνων του, με κεντρικό πρόσωπο τον συνομότατό του παππού Τάσο βγαίνουν αλήθειες που πιστεύεις ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Μια εξαμελής διεθνής επιτροπή που εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αθήνα, ανέλαβε την οικονομική διαχείριση της χρεωκοπημένης χώρας. Αποτελούνταν από εκπροσώπους ξένων τραπεζών που είχαν δανείσει το ελληνικό κράτος. Η πρώτη ενέργεια της επιτροπείας ήταν να δεσμεύσει τις βασικές πλουτοπαραγωγικές πηγές για την εξόφληση του χρέους. Εκχωρήθηκαν τα κρατικά μονοπώλια άλατος, σπίρτων, πετρελαίου, σμύριδας, τσιγαρόχαρτου, καπνού. Η επιτροπή έθεσε ακόμη στον έλεγχο της τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και τις προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων. Οι μεγάλες δυνάμεις χορήγησαν, στη συνέχεια δάνεια, ώστε η Ελλάδα να πληρώσει την πολεμική αποζημίωση που όφειλε στην Τουρκία και να αντιμετωπίσει το τρέχον έλλειμμα. Ουσιαστικά να μετατραπεί η χώρα σε υποχείριο των δανειστών.

Η αφήγηση στο «Διαρκές Φύλλο Πορείας» αρχίζει από την περίοδο του αποτυχημένου για την Ελλάδα πολέμου του 1897. Ενταγμένη ακόμη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, ζει τις συνέπειες της ήττας, έχοντας συμμετάσχει κι αυτή στον αγώνα για την απολύτρωση από τον οθωμανικό ζυγό. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Τάσος, ήταν ένα παιδί που  διαμορφώνεται ως προσωπικότητα μέσα σε μια οικογένεια αγωνιστών, που τα μέλη της ζούσαν μεταξύ νομιμότητας, ημιπαρανομίας και παρανομίας. Μέσα από τους αγώνες για την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας, συγκροτήθηκε ως πατριώτης αλλά και ως άνθρωπος του δίκιου. Όπως ήταν και όλοι στην οικογένειά του.

Φυσικά ούτε τότε απουσίαζαν οι «ψωριάρηδες», οι ρουφιάνοι, που συνεργάζονταν με τις τουρκικές αρχές, αργότερα με τις Βουλγάρικες, τις Γερμανικές  και τέλος με τον χωροφύλακα στα ξερονήσια όπου εκτοπίζονταν οι ιδεολόγοι πατριώτες. Πάντοτε υπήρχαν αυτοί που ήθελαν ζουν καλά σε βάρος της πατρίδας. Γνωρίζουμε τον Νικόλα, τον μεγαλύτερο αδελφό του Τάσου ο οποίος, θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη, ως εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους. Εκεί θα έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες, θα ενταχθεί στο εργατικό κίνημα και θα επηρεάσει και τον μικρότερο αδελφό του.

Μας γνωρίζει τη Θεσσαλονίκη με τις Εβραϊκές μειονότητες, μας μιλά για τους Εβραίους χαμάληδες, τα χαμόσπιτα μα και για τους πλούσιους της Θεσσαλονίκης. Λέει χαρακτηριστικά στην σελίδα 59, «Όσο σκύβουμε το κεφάλι Αρόν, τόσο πιο βαρύ φορτίο θα μας βάζουν και λιγότερη αμοιβή θα μας δίνουν».  Μας γνωρίζει τα συνδικάτα της εποχής εκείνης όπως των Εβραίων και Ελλήνων μαραγκών και μαρμαράδων, των αχθοφόρων, των καπνεργατών, των εργατών τελωνείου των εργατών Θεσσαλονίκης, των σιδηροδρομικών, των εργατών εταιρείας τραμ, του φωταερίου, της  βουλγαρικής σοσιαλιστικής λέσχης και άλλων πολλών κλάδων που ήταν ενωμένοι ως μια γροθιά για να κρατήσουν τα κεκτημένα μα και να βελτιώσουν τη ζωή τους με τα προσδοκώμενα.

Στο βιβλίο γίνεται  αναφορά και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον «εθνικό διχασμό» που προκλήθηκε μεταξύ των Βενιζελικών, που ήθελαν και τελικά πέτυχαν τη συμμετοχή της Ελλάδας σ’ αυτόν, και των αντιβενιζελικών, που αντιτάσσονταν σε μια τέτοια συμμετοχή. Μας γνωρίζει όμως και τη Θεσσαλονίκη μετά την Μικρά Ασία όπου οι καταπονημένοι και ρακένδυτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία.

Μας γνωρίζει πώς εκμεταλλεύτηκαν τα φτηνά χέρια τα για να κτίσουν κατοικίες και να καλλιεργήσουν τα καπνοχώραφα. Τη δημιουργία των νέων τζακιών  πλουσίων σε βάρος των φτωχών  χωρίς να βελτιώνεται η ζωή των εργατών και αγροτών. Τα εξευτελιστικά μεροκάματα, τους μεσάζοντες που κοψοχρονιά  έπαιρναν την παραγωγή τους, τις εθνικιστικές οργανώσεις που διείσδυσαν στους κόλπους της εξαθλιωμένης εργατικής τάξης που  στράφηκαν εναντίον των Εβραίων, προσφύγων, των αδύνατων. Η ιστορία πάλι δυστυχώς επαναλαμβάνεται…

Φτάνουμε νοερά στον Μάη του ’36 με την εξέγερση της Θεσσαλονίκης, στην οποία ο συγγραφέας «ξετυλίγει»  με τη πένα του συγκλονιστικές σκηνές εκείνης της  ματωμένης εποχής  Γράφει πχ στη σελίδα 210, «Πουθενά στον κόσμο ο εργάτης δεν χρησιμοποίησε αυτός πρώτος τη βία. Δεν είναι επιλογή μας η βία. Αυτό είναι πάντα επιλογή και προνόμιο των εξουσιαστών…»

Μας μιλά για τον  καπετάν Τσιρίμπαση που μετά από τόσους αγώνες, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των πάντων έμεινε ξεχασμένος όπως κι όλοι οι πραγματικοί ήρωες τούτης της χώρας. Που πληρώθηκαν με το ίδιο νόμισμα της αχαριστίας ,της αγνωμοσύνης και το χειρότερο της λήθης. Είναι η μοίρα των αγωνιστών να πεθαίνουν στη ψάθα. Πες του να μη κάνει πίσω με τίποτε. Δεν πολεμήσαμε γι’ αυτά τα αίσχη. Η Ιστορία γράφεται από τους ασυμβίβαστους». Οι γυναίκες- ηρωίδες του βιβλίου έχουν την τιμητική τους μέσα στο μυθιστόρημα του Τάσου Κανταρά. Είναι οι στυλοβάτισες της οικογένειας, που μεγαλώνουν τα παιδιά, κρατούν  τα σπίτια όρθια με τη χρόνια  απουσία των ανδρών. Τις εξυψώνει και τις τοποθετεί στο βάθρο που τις αξίζει να βρίσκονται.

Πράγματι αξίζει να διαβαστεί από κάθε αναγνώστη  που του αρέσει να ψάχνει τις κρυφές σελίδες της ιστορίας, να  διεισδύει σε μια άγνωστη Ελλάδα και να παίρνει τα μηνύματα που θα γίνουν οδηγοί  στη ζωή του.  Καλοτάξιδο το βιβλίο σου Τάσο Κανταρά κι εύχομαι να γίνει το λιθαράκι και η αφορμή  ώστε να συνεχιστούν οι αγώνες για ουσιαστική εθνική ανεξαρτησία της χώρας μας.

Όταν η Διοίκηση βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού, το να κάμει τότε  ο λαός επανάσταση είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκια του και το πλέον απαραίτητο από  όλα τα χρέη του
Δημοσιεύθηκε στο bookia