Προτάσεις βιβλίων

Οι τελευταίες πεντάρες

Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του συγγραφέα Βαγγέλη Αυδίκου Οι “τελευταίες πεντάρες” από τις εκδόσεις Ταξιδευτής μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του παραπάνω τραγουδιού. Διάβασα σε ένα άρθρο ότι είναι το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε για τη  Παργινόσκαλα και για τη Μεταπολεμική Πρέβεζα! Το διάβασα με αρκετό ενδιαφέρον γιατί δεν γνώριζα εκτενέστερα το γεγονός και έμαθα πολλά. Οι περισσότεροι αναγνώστες την Πρέβεζα τη γνωρίζουν από τον Καρυωτάκη…. Μελαγχολική και απόμακρη όπως πολλά μέρη στη χώρα μας που έχουν συνδεθεί με άσχημα γεγονότα και αποφεύγει κάποιος  να  επισκεφτεί.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ήρθαν μπροστά μου τοποθεσίες άγνωστες  και με καλούσαν να τις περπατήσω για να τις εξερευνήσω.   Ο συγγραφέας γράφει με Πρεβεζιάνικη διάλεκτο αρκετά κομμάτια του μυθιστορήματος χωρίς όμως να κουράζει αφού η εξήγηση των λέξεων για όσους αναγνώστες δεν καταλαβαίνουν είναι στο κάτω μέρος της σελίδας χωρίς να ταλαιπωρεί όποιον επιθυμεί να μάθει. Το μυθιστόρημα μιλά για ένα τάμα και μια υπόσχεση που δίνει ο Σπυρίδωνας στην αγαπημένη του Νίκη και τον παππού και το στέλνουν από το Λονδίνο στην Πρέβεζα. Η επίσκεψη γίνεται αφορμή να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του παππού του. Η εικόνα με την οποία μεγάλωσε θρυμματίζεται. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Σκέψεις και καλά κρυμμένα μυστικά παρουσιάζονται μπροστά του. Στόματα ανοίγουν και εξομολογούνται.  Ανοίγει σιγά- σιγά η κουρτίνα της λήθης που σκέπαζε την πόλη και όσα έγιναν την εποχή εκείνη. Μια πόλη που χωρίστηκε στα δύο. Μια πόλη που επικράτησε η αλόγιστη βία. Ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάστηκαν. Ο φόβος που απλώθηκε παντού αρχίζει σιγά-σιγά να χάνεται. Η σιωπή που έκλεισε τα στόματα των περισσοτέρων επίσης  ξεθωριάζει  Κι όλα αυτά εξ αιτίας της επίσκεψης  του Σπυρίδωνα. Όλοι πια ξύνουν τις πληγές και τη μνήμη τους. Αρχίζουν να ξεδιπλώνουν το γαϊτανάκι που θα τους φέρει αντιμέτωπους με την ιστορία.  Αναφέρονται σε πάθη και αδυναμίες. Στην απρονοησία και τον φανατισμό. Σε όνειρα και προσδοκίες. Σε συγκρούσεις και απογοητεύσεις. Στον πόνο και την ερήμωση της πόλης εξαιτίας αυτού του αλόγιστου μίσους μεταξύ οικογενειών. Σε έρωτες που πόνεσαν αλλά και ξεπέρασαν τις αντιθέσεις. Ιστορικά στοιχεία και μαρτυρίες από τα στόματα των Πρεβεζάνων κατοίκων  μεταφέρονται στα στόματα των ηρώων που είχαν σφαλιστεί ερμητικά.

 Μας πηγαίνει πίσω στο χρόνο όταν στη διάρκεια  του Β' Παγκόσμιου  Πολέμου  η Πρέβεζα μα και όλος  ο νομός  αρχικά υπό τον Ιταλικό ζυγό και στη συνέχεια υπό το Γερμανικό, υπέφερε τα δεινά όπως όλη η Ελλάδα. Ο συγγραφέας μας μεταφέρει μέσω των ηρώων του στις  13 Ιανουαρίου του 1941 όταν η Πρέβεζα βομβαρδίστηκε από γερμανικά αεροπλάνα. Ακόμη, τον Απρίλιο του 1943  που 420  περίπου Εβραίοι της Πρέβεζας συνελήφθησαν από τους Ναζί και εστάλησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Νταχάου  του Μονάχου  και Άουσβιτς  στη Κρακοβία  της Πολωνίας. Ο συγγραφέας συγκλονιστικά περιγράφει τη  σκηνή με τους Εβραίους της Πρέβεζας που φορούν το κίτρινο αστέρι στο πέτο,  τη φοβέρα των γονιών στα παιδιά τους πώς  θα φάνε οι εβραίοι το φαγητό αν δεν τα φάνε τα ίδια. Ακόμη παραστατικά γράφει για την  αρπαγή των παιδιών που με τη καθοδήγηση των γονιών ως όρνεα έκαναν  το πλιάτσικο της περιουσίας τους μόλις εκείνους τους παρέλαβαν τα καμιόνια για να τους οδηγήσουν στο θάνατο.  

Το σημαντικότερο όμως γεγονός που είναι βασισμένο το μυθιστόρημα του κυρίου Αυδίκου είναι η εμφύλια σύρραξη με τελικό θλιβερό επακόλουθο την εκτέλεση πολιτών προσκείμενων στην αριστερά (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ), στην θέση «Παργινόσκαλα». Μέσα από τους ήρωες του ο συγγραφέας ξύνει τις πληγές και των δυο πλευρών. Δε χαρίζεται σε κανένα. Ο αναγνώστης μαθαίνει ότι είχε και η Πρέβεζα τα Δεκεμβριανά που οι περισσότεροι ίσως δεν γνωρίζουν. Όπως το  άλλο θλιβερό γεγονός της εμφύλιας σύρραξης που ήταν  η ομαδική εκτέλεση από δυνάμεις του ΕΛΑΣ, πολιτών προσκείμενων στη δεξιά (ΕΔΕΣ) στα Μελιανά. Ακόμη μας μιλά για το Δεκέμβριο του 1944 που αποβιβάσθηκε από Βρετανικό πολεμικό πλοίο στην παραλία Αλωνάκι του Παντοκράτορα, προερχόμενο από την Πάργα, τάγμα 200 οπλιτών του ΕΔΕΣ με τον Ταγματάρχη Δημήτριο Γαλάνη τον οποίο συναντούμε συχνά στις σελίδες του βιβλίου. Μέσα από τους ήρωες παρακολουθούμε όλα τα ιστορικά γεγονότα με τόση ζωντάνια που γινόμαστε συμμέτοχοι σε ένα δράμα που έζησαν οι οικογένειες των αδικοσκοτωμένων με το φόβο και το μίσος και των δυο πλευρών.

 “Ακούω για Εδεσίτες και ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου, παιδί μου, τους φοβάμαι.

-Το ίδιο λένε κι αυτοί για τους Εαμίτες, μάνα.Ο πόλεμος τάχει αυτά, εσύ δεν μου έλεγες πάντα, ο Εμφύλιος είναι σαν τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του ...”

Προβληματισμοί και ερωτήματα όπως “Κανείς δεν μπορούσε να μετρήσει το κακό που μας έκανε ο φανατισμός, κυλιστήκαμε στον βούρκο” έρχονται να μας ταράξουν. Παρακολουθούμε  τον  Τέλη  που ήθελε να πάει με τη μεριά των νικητών και άφησε να χαθεί η αγαπημένη του Κίτσα. Αρκεί μια συγγνώμη για να δικαιολογήσει κανείς τα λάθη του. Μια συγγνώμη για να συγχωρήσει η μάνα αυτούς που ντουφέκισαν το γιο της? Όπως παρατηρούμε σήμερα τα γεγονότα ως θεατές που δε ζήσαμε εκείνη την εποχή αναρωτιόμαστε αν άξιζε τελικά να μπολιαστούν με τόσο μίσος τα  παιδιά τους.  Που  για χάρη αυτού του μίσους μικρά παιδιά έχαναν τους φίλους τους. ”Όλοι οι Αμίτες είναι κομμούνια , δεν αγαπάνε την πατρίδα, δεν μπορούμε να φάμε γλυκό ψωμί μ' αυτούς. Αλάργα απ' αυτόν , είμαστε αλλιώτικοι, είμαστε εθνικιστές.....” “...

Ο συγγραφέας μας οδηγεί με τη πέννα του στα κάστρα της πόλης, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Αντρέα, στο κάστρο του Παντοκράτορα,   στο παραλιακό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας όπου παρακολουθούμε όλη τη τραγωδία των ημερών. Ο αναγνώστης βαδίζει   στο   Κουντρί, στη Κυανή ακτή, στο Φανάρι, στη Πρέβεζα, τη Νικόπολη. Στο κέντρο όλων βέβαια είναι η «Παργινόσκαλα», το σημείο αναφοράς για την Πρέβεζα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάστηκαν μέσω της τυφλής βίας. Μας ιστορεί τις συνέπειες αυτής της αλόγιστης βίας και των δυο πλευρών μέσα από τους ήρωες του. Όπως για τα βάσανα των αριστερών   που δεν είχαν τελειωμό. Για  το φόβο των κοινωνικών φρονημάτων, που κανείς τους δεν μπορούσε να βρει δουλειά με «κόκκινο» ποινικό μητρώο, για  τις  εξορίες και τις δηλώσεις μετάνοιας που η υπογραφή σήμαινε τη περιθωριοποίηση στη κοινωνία. Μα οι ίδιοι δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν όλοι μακριά από τις οικογένειες τους. Και δεν πρέπει να τους καταδικάζουμε.  «Με το πείσμα του κατάφερε να γίνει καλός ράφτης, έσκυβε το κεφάλι όταν οι άλλοι ισχυρίζονταν πώς ήταν ο καλύτερος στην πόλη.....Το ράψιμο τον έκανε άλλο άνθρωπο, τον έκανε να πατικώνει τη φωνή μέσα του, που κάποιες φορές ανέβαινε επάνω και του παραπονιόταν για τους συμβιβασμούς που έκανε στη ζωή του. Ξέχασε τον παλιό επαναστάτη, έσβησε από τη μνήμη του τους παλιούς Επονίτες που εκτελέστηκαν στην Παργινόσκαλα....”

Η τοπική ιστορία είναι αυτή που με έλκει σε κάθε βιβλίο. Πρέπει να τη γνωρίζουμε κι αν την έχουμε θάψει βαθιά λόγω φόβου, να τη φέρουμε πάλι στην επιφάνεια όπως σωστά γράφει ο κύριος Αυδίκος:  « Έδεσε με το σαμπάνι το κιβώτιο της μνήμης των Πρεβεζάνων, που είχαν ξεχαστεί στ' αμπάρια της τοπικής ιστορίας, και τα ανέσυρε στο φως του καταστρώματος. Ήταν μουχλιασμένες αλλά ο αέρας τους έδωσε ζωή, μόλο που προκάλεσαν πόνο......”

Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην ανακαλύψω το τέλος. Το μήνυμα  που εισέπραξα από αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν πρέπει να βάλουμε στο περιθώριο την ιστορία γιατί μπορεί να οδηγηθούμε στα ίδια λάθη. Άλλωστε, αν από ένα λαό χαθεί η ιστορία, η γλώσσα και οι παραδόσεις χάνεται η πατρίδα ως έννοια. Το μίσος πρέπει να βγάλουμε από τη καρδιά μας και να μη το μεταφέρουμε στη νέα γενιά  για να προχωρήσουμε μπροστά . Να μη ξαναγίνει ποτέ άλλος Εμφύλιος, να μη σκοτωθούν άλλοι άνθρωποι, να μη μαυροφορεθούν άλλες μάνες και γυναίκες.

Το Bookia εύχεται  να είναι καλοτάξιδο  το βιβλίο και να γίνει  αφορμή συζήτησης « για συμφιλίωση  με τα γεγονότα, να μπορέσουν να κλείσουν οι πληγές  γιατί  όσο μένουν ανοιχτές μολύνονται και να είναι σίγουροι ότι η αλήθεια θα τους ανακουφίσει.»

Φράσεις από το βιβλίο που μου άρεσαν και πιστεύω ότι μας δίνει το χώρο προβληματισμού, κρίσης και αποφάσεων για όσους ακόμη είναι μπολιασμένοι με το μίσος:   

“Η εξουσία χρειάζεται ήρωες, ακόμη και παλουκωμένους . Ακόμη και με υποστηρίγματα. Όσο όμως , πιο ψηλά είναι τα μνημεία, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος της συλλογικής ανασφάλειας που αναλαμβάνουν να σηκώσουν στους ώμους τους. “

“Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το παρελθόν χωρίς φερετζέ, τότε τι μέλλον έχουν οι νέοι σ' αυτόν τον τόπο?”