Προτάσεις βιβλίων

Μέχρι να αλλάξει ο άνεμος

Ναι, μου άρεσε πολύ και το λέω από την αρχή της κριτικής μου γιατί διαβάζοντας το ταξίδεψα στην Λήμνο των αρωμάτων, της αλμύρας, της ιστορίας του νησιού. Σε λίγες προτάσεις παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον ταξιδεύει στο νησί που διαδραματίζεται η ιστορία «Το έχει αυτό η Λήμνος: κρατάει τα μυστικά σου καλά κρυμμένα από αδιάκριτους ανθρώπους και ξωτικά. Αν ξαναέρθεις χρόνια μετά, θα τα βρεις ακριβώς εκεί όπου τα είχες θάψει. Γι’ αυτό πρέπει να είσαι σίγουρος, όταν θα ζητήσεις τη βοήθειά της για μια κρυψώνα…». Μου άρεσε γιατί αν και είναι μια ερωτική ιστορία έχει  τόσα μηνύματα που προβληματίζουν και δεν ξεπερνιούνται χωρίς σκέψη. 

Πιστεύω ότι η χώρα μας, ο κάθε τόπος  καταγωγής μας από την μια άκρη στην άλλη έχει τόσο μεγάλη ιστορία, κρύβει πίσω του θρύλους, παραδόσεις που ο κάθε συγγραφέας μπορεί να την ξεθάψει και να την προβάλλει ώστε μέσα από τον μύθο να γνωρίζουν οι αναγνώστες τον πλούσιο θησαυρό μας. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα ήρθαν άγνωστα στοιχεία στο φως. Έφερε στην επιφάνεια και γνώρισε στους αναγνώστες την πυρκαγιά που έγινε στο νησί.  Πιστεύω κι εγώ όπως η συγγραφέας πως όταν οι αναγνώστες διαβάζουν Ιστορία αποδίδουν φόρο τιμής και μνήμης σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν για μας μα και γι αυτούς, τους ανώνυμους που η ιστορία των σχολείων δεν φανέρωσαν γιατί υπήρχαν άλλα συμφέροντα σε κάθε χρονική περίοδο που έχουμε διανύσει. «Στο σχολείο γιόρταζα συνεχώς επετείους  1821, 1940… Πλέον είχαν χαραχτεί στο μυαλό μου, είχαν στοιβαχτεί εκεί μέσα μαζί με άλλα πράγματα, που ποτέ δεν προσπαθούσα να ξεδιαλύνω. …….. Δεν είχα καταλάβει ποτέ ότι ο πόλεμος μπορούσε να γίνει μεταξύ Ελλήνων. Αυτή την επέτειο δεν μας της έμαθαν ποτέ στο σχολείο…»  ή Για την ανώνυμη δασκάλα, την νεράιδα των παιδιών, που τα έσωσε από τον θάνατο, μα δεν μπόρεσε να τα σώσει από το μίσος…… Γιατί το μίσος δεν έχει πατρίδα. «Την Κούλα-Κούλα λένε  τη δασκάλα μας, γι αυτό το λέω-την καταδίκασαν σε θάνατο οι Έλληνες και όχι οι Γερμανοί. Οι Έλληνες την σκότωσαν. «Εις θάνατον» για τον ΕΛΑΣ».

Λίγα λόγια για την υπόθεση του μυθιστορήματος: Η Αθηνά και η Αναστασία, που ήταν γόνοι αιγυπτιώτικης οικογένειας,  περνούσαν τα καλοκαίρια τους στη Λήμνο. Ήταν το 1939, όταν  ο συνταγματάρχης Πέτρος Αναστασιάδης έσωσε από βέβαιο πνιγμό τον ανιψιό της Αθηνάς Θαλίδου, που παραθέριζε στο νησί και διασκέδαζε με ξέγνοιαστες βόλτες και χορούς. Στην πρεμιέρα του πρώτου ομιλούντος κινηματογράφου, που από ένα λάθος των υπευθύνων εκείνη η πυρκαγιά κατάπιε πολλές ανθρώπινες ζωές. Εκεί που ο Πέτρος έσωσε  την Αθηνά από τη φωτιά, μα της άφησε ένα σημάδι που το έκρυβε με ένα γάντι.. Ήταν το ενθύμιο που σε κανέναν δικό της  δεν το έδειχνε.  Ανάμεσα στον Πέτρο και στην Αθηνά γεννήθηκε  ένας κεραυνοβόλος έρωτας, ενώ τα αεροπλάνα του Χίτλερ πετούσαν πάνω από την Ισπανία και οι πρώτοι καπνοί έχουν την οσμή του πολέμου, πάνω από τη χρυσή γη της Λήμνου. Ήρθε ο πόλεμος και τους χώρισε. Εκείνη έφυγε  για την Αθήνα κι εκείνος για το μέτωπο, απ’ όπου της γράφει γράμματα μέσα απ’ τη μάχη.

Τη δεκαετία του 1980, η συνονόματη εγγονή της Αθηνάς και η Ειρήνη ανακάλυψαν  μέσα σε ένα κουτί κάτω από το σερβάν κάτι ξεχασμένα γράμματα. Την ερωτική ιστορία του 1940 που την αναβίωσαν  τα δυο αθώα εντεκάχρονα κορίτσια μέσα από τα γράμματα που διάβασαν.  Η συγγραφέας με την ικανότητα της  απέδωσε με σαφήνεια τις κοινωνικές και ιστορικές στιγμές της πλοκής. Τα γράμματα απέδωσαν όλο τον πόνο, την απογοήτευση που έζησε ο Πέτρος στην πρώτη γραμμή. Τα χρόνια του Εμφυλίου, ο αλληλοσκοτωμός και το αλληλοφάγωμα ήταν αυτά που ξεχωρίζουν μέσα από αυτές τις στάχτες του πολέμου και κρατούν ζωντανή τη σπίθα του έρωτα. «…Μαύρισε η θάλασσα μέχρι την Κρήτη. Και ο κόσμος Αθηνά; Ο κόσμος έβλεπε τον στρατό ως ακόμη ένα μέσο για να βγάλει έστω δυο δεκάρες….. Δεν ξέρω, δεν μας έδιναν νερό  παρά μόνο αν τους δίναμε αντάλλαγμα. Δεν μας κοίμιζαν παρά μόνο αν πληρώναμε. Εμάς! Για ποιους πολεμήσαμε Αθηνά; Για ποιους χάσαμε την αθωότητα μας, την ελπίδα μας, την ψυχή μας…..;»

Δυνατή σκηνή μέσα στο μυθιστόρημα είναι όταν έφτασαν οι  πληροφορίες στα αυτιά της Αθηνάς που λέγανε ότι ο Πέτρος ήταν  νεκρός. Τα χρόνια πέρασαν  και η Αθηνά παντρεύτηκε μετά από την πίεση της αδελφής της Αναστασίας η οποία ήταν  εγκλωβισμένη στους κανόνες της κοινωνίαςΗ Αναστασία που έμαθε ότι ο Πέτρος ήταν νεκρός και ήθελε να βοηθήσει την αδερφή της να προχωρήσει. Από αγάπη το έκανε μα η  Αθηνά παρότι δέχτηκε τον γάμο δεν ξέχασε ποτέ τον Πέτρο. Δεν δέχτηκε ότι είχε σκοτωθεί. Της μιλούσε κάτι μέσα της. Ο σύζυγος της Αθηνάς, ο Γιώργος  κάποια στιγμή ήρθε αντιμέτωπος με την αλήθεια. Στάθηκε δίπλα στον φίλο του παρά την εσωτερική του πάλη. Τελικά νίκησε η φιλία ή ο εγωισμός; Αυτό οι αναγνώστες θα το ανακαλύψουν μέσα στις σελίδες του. Όπως θα ανακαλύψουν  αν η Αθηνά γνώριζε για τα γράμματα που έφταναν στα χέρια του Γιώργου και κατέληγαν στο κουτί που ανακάλυψαν τα κορίτσια μετά από σαράντα χρόνια.

Η συγγραφέας  φόρτισε  την ψυχή των αναγνωστών με έναν έρωτα  που από τον άνεμο της Λήμνου  παρασύρθηκε μέσα στην δίνη της  ιστορίας σε άγνωστα σκαλοπάτια. Η συγγραφέας  μας καλεί να προβληματιστούμε αν  ο άνθρωπος τελικά  πρέπει να παλέψει συνειδητά, με γνώση, με αρετή και να πάρει την τύχη στα χέρια του ή  να σέρνεται με δουλική παθητικότητα. Μας λέει μέσα από την γραφή της ότι υπάρχουν άνθρωποι που αλλάζουν τον άνεμο  ή αυτοί  που προσπαθούν να αλλάξουν τον άνεμο. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που περιμένουν να αλλάξει ο άνεμος. Ας αναλογιστούμε μόνοι μας αφού κλείσουμε το βιβλίο  σε ποιο πεζοδρόμιο επιλέγουμε να είμαστε. Ο άνεμος είναι στο χέρι μας αν φυσήξει ούριος ή αν τα  να αναποδογυρίσει όλα. Αρκεί να του το επιτρέψουμε. Διαφορετικά όσες φορές και να αλλάξει ο άνεμος  μπορεί να γυρνάμε  σε ατέλειωτους κύκλους. Και συμφωνώ μαζί της.

Ξεχώρισα κάποιες φράσεις που μου άρεσαν:

«Σε κάνει να ξεχνάς ποιος είσαι. Να γίνεσαι λιγότερο από άνθρωπος. Τους κοίταζα κι ήταν σαν να μην είχαν μάτια, Περισσότερο μας σεβάστηκαν οι εχθροί μας…… Πρόσφυγας ένιωσα. Πρόσφυγας έγινα. Στην ίδια μου την πατρίδα…. Αιχμάλωτος»

«Όλοι αυτοί είναι  ξένοι-ξένοι για εμάς, ξένοι για τον τόπο.. Δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά να τον σκλαβώσουν. Κι αν είμαστε σκλαβωμένοι, αγάπη μου,πώς θα ζήσουμε  τον έρωτα; Πώς θα συνεχίσουμε;»

«Ο πιο αδυσώπητος αντίπαλος είναι αυτός που δεν έχει τίποτα να χάσει …γιατί δεν έχει και τίποτα να φοβηθεί»

«Αυτόν τον Μάη τους τον χαρίζω. Δεν είναι ελληνικός, έτσι κι αλλιώς-γερμανικός είναι….. Αυτοί ήθελαν να κάνουν έτσι τον δικό μας Μάη. Γι αυτό ήρθαν. Θα τους σταματήσουμε αγάπη μου. Σου δίνω τον λόγο μου. Αυτή την Άνοιξη δεν θα μας την πάρουν ποτέ! Θα τους σταματήσω έστω και μόνος μου…»

Μαρία Λιάσκα-Μαυράκη, το Bookia σου εύχεται να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου  και  το σημαντικότερο να προβληματίσει  τους αναγνώστες  ότι «είναι στο χέρι τους αν  ο άνεμος που θα  φυσήξει θα είναι  ούριος ή αν τα  να αναποδογυρίσει όλα».

Γιατί αν το βιβλίο  δεν προβληματίζει τον αναγνώστη ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξης του;