Προτάσεις βιβλίων

Το χνάρι που δεν έσβησε

Δεν κρύβω ότι μου άρεσαν πολλά αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Νοέλ Μπάξερ “Το χνάρι που δεν έσβησε”. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού το βιβλίο της περίπου εξακόσιες σελίδες-και δεν το γράφω για να σας τρομάξω- τα βιώματα μου είναι κοινά σε πολλά σημεία με τους ήρωες του βιβλίου. Σε κάποια σημεία μπορεί να υπήρχε πλεονασμός αλλά κι αν δεν θα υπήρχαν, ο αναγνώστης δεν θα μπορούσε να λύσει τα ερωτηματικά του. Οι περιγραφές του σπιτιού του Σίλα ή η ζωή της Υπατίας στα μικρά της χρόνια δένονται για τη μετέπειτα ιστορία τους. Διαβάζοντας το, διαπίστωσα ότι το πανωφόρι του πρωταγωνιστή ταιριάζει τελικά σε πολλά σώματα… Σε κάθε αναγνώστη που έζησε τις εποχές που ξετυλίγεται το μυθιστόρημα χωρά ένα  πανωφόρι. Από όποια πλευρά κι αν έχει ζήσει τη συγκεκριμένη εποχή. Τους  ψίθυρους που άκουσε ο μικρός Άγης  τους άκουσα κι εγώ, τα ποιήματα που διάβασε ο Σπάρτακος στα βιβλία που μπήκαν στη πυρά, τα άκουσα εκείνα τα δύσκολα χρόνια που η χώρα μοιράστηκε σε δυο στρατόπεδα, στα μαύρα και τα κόκκινα. Μου τα είπαν και οι δικοί μου γονείς με σκοπό να  τα μεταφέρω  στα παιδιά μου και πιστεύω ότι τα κατάφερα..Ίσως και γι αυτό το λόγο με άγγιξε συναισθηματικά η ιστορία. Ο καθένας αναγνώστης πάντα βρίσκει  εκείνο το κλικ όταν  επιλέξει ένα βιβλίο. Και δεν είναι τυχαίο πως  όλα  τα βιβλία, σαν της Νοέλ Μπάξερ είναι η επιλογή μου.

Η Νοέλ Μπάξερ ύστερα από τα τρία βιβλία της “Από δρυ και παλιά πέτρα”, “Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος”, “Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας”, που τα έχω διαβάσει και την ακολουθώ από την αρχή της συγγραφικής της πορείας, με τρόπο μοναδικό συνθέτει και αυτή τη φορά μια ιστορία μέσα από τρείς. Τρείς ιστορίες με ήρωες τρείς διαφορετικούς  χαρακτήρες που  γύρω από τους αυτούς ανασαίνουν και άλλοι που έχουν όμως σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο αναγνώστης «ζει»  στα κρίσιμα χρόνια του δεύτερο μισού του εικοστού αιώνα. Χωρίς να είναι καθαρό ιστορικό μυθιστόρημα, η Ιστορία διαχέεται παντού. Αφήνει τα χνάρια της.  Η συγγραφέας με σεβασμό στην ιστορία καλύπτει αυτή την ιστορική περίοδο. Τα πάθη και τα λάθη που βίωσε η πατρίδα μας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στη Χούντα επηρεάζουν αναπόφευκτα τις ζωές των ηρώων της, είτε τα βιώνουν άμεσα ,είτε έμμεσα, αντανακλούν στο χαρακτήρα τους και επηρεάζουν και τη δική τους εξέλιξη.

Η συγγραφέας, με την ιδιαίτερη χαρακτηριστική γραφή της πλέκει τον μύθο µε την ελληνική ιστορία, και πατά στα χνάρια της ανθρώπινης φύσης. Σκιαγραφεί τους ήρωες της και τους καθιστά συνοδοιπόρους μας. Η Υπατία, ο Σίλας και ο Άγης, είναι οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου που τους αντιπαθούμε, τους συμπονούμε, μας προβληματίζουν και τους συμπαθούμε. Όπως την Υπατία, μια γυναίκα που έχει βιώσει από τη στιγμή της γέννησης της την απόρριψη όχι μία, αλλά πολλές φορές. Που στην αρχή τη λυπήθηκα και ήθελα να την αφήσω να κλάψει στην αγκαλιά μου αλλά αργότερα τη μίσησα. Η πρώτη και πιο σημαντική απόρριψη έγινε από τον ίδιο της τον πατέρα μόλις γεννήθηκε. Η ζωή τη μεταμόρφωσε σκοτεινή και εκδικητική. Έχει την άσβεστη ανάγκη της για αποδοχή και αναγνώριση και από θύμα γίνεται θύτης. Η ζωή της αλλάζει όταν γνωρίζει τη Λεώνη, ένα κοριτσάκι της πρώτης δημοτικού, μαθήτριά της, ορφανή, όπως εκείνη από μητέρα, αλλά, αντίθετα από την ίδια, η Λεώνη έχει την αμέριστη αγάπη και φροντίδα του πατέρα της. Η Υπατία προσκολλάται στη μικρή, βλέποντας σε εκείνη τη ζωή που θα ήθελε να είχε η ίδια αν ο πατέρας της δεν την είχε απορρίψει. Η αλήθεια είναι δεν περίμενα αυτή την ανατροπή αλλά η πένα της συγγραφέως με έπεισε ότι έτσι έπρεπε να γίνει.

Ο Σίλας, ο πατέρας της Λεώνης, ήταν κι αυτός θύμα της εποχής και του περιβάλλοντος που γεννήθηκε και μεγάλωσε δίπλα στη σκιά του αδελφού του. Τον βλέπουμε, όσο προχωρούν οι σελίδες , να τον βαραίνουν τα τραύματα του πολέμου στην Αλβανία και της Κατοχικής Αθήνας. Γίνεται αντίπαλος του αδελφού της για χάρη μιας γυναίκας, της μητέρας της Λεώνης. Όταν γνώρισε την Υπατία την παντρεύτηκε γιατί νόμιζε ότι θα είναι η καλύτερη μητέρα για την Λεώνη. Τα μυστικά και των δυο τους ξεδιπλώθηκαν πολύ αργότερα και κρατούν τον αναγνώστη στην κορύφωση. Εκεί μπαίνει και ο προβληματισμός στον  αναγνώστη. Πρέπει να καλυπτόμαστε από τους φόβους μας και να ζούμε  μαζί τους ή να βρίσκουμε λύσεις, να αγωνιζόμαστε για να  ξεσκεπάζουμε ότι μας βασανίζει.;

Η Λεώνη μου φάνηκε πιο αντιπαθητική, πιο αδιάφορη. Τη δικαιολογώ ότι μεγάλωσε σε ένα σπίτι που δεν θα μπορούσε να έχει λόγο στα πολιτικά και να δέχεται αβίαστα ότι της έλεγε ο πατέρας της αφού είχε στη διάθεση της ότι ήθελε, αλλά αργότερα με απογοήτευσε. Γκρέμισε μια ολόκληρη ιδέα, ένα μυαλό για ένα καπρίτσιο, για έναν έρωτα. Την ήθελα να απαγκιστρώνεται από τον πατέρα της και να κάνει τη δική της επανάσταση..    

Κι ερχόμαστε στην εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών όπου έχουμε ζήσει οι περισσότεροι με λιγότερη ή περισσότερη συμμετοχή, από όποια πλευρά αν μας όρισε η μοίρα. Βρίσκουμε τον  Σίλα και την Υπατία να υιοθετούν και να αγωνίζονται για την εδραίωση της και μάλιστα σε πολύ καλές θέσεις όπου επωφελούνται από το νέο σύστημα. Εκεί έρχεται ο Σπάρτακος, ο αριστερός σώγαμπρος που τον σφίγγουν και τον συντρίβουν. Τον εξευτελίζουν και γίνεται υποχείριο τους για χάρη της Λεώνης. Πώς ένας επαναστάτης, μια διάνοια έφτασε σ' αυτό το σημείο δεν θα σας το αποκαλύψω. Αλλά δεν κρύβω ότι είναι ο ήρωας που αγάπησα και συμπόνεσα μαζί του. Συγκινήθηκα με την ευαισθησία του αλλά και νευρίασα που υποχώρησε στις ιδέες και τους αγώνες για χάρη του έρωτα. Ο Άγης, ο γιός του Σπάρτακου και της Λεώνης, που έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα δε θυμόταν τίποτε από εκείνον, μεγάλωσε   κοντά στους παππούδες του που του έχτιζαν μια αρνητική εικόνα του πατέρα του. Ότι δηλαδή ο πατέρας του δεν ήταν  παρά ένας άχρηστος, άχρωμος και άβουλος άνθρωπος. Η ζωή του ΄Αγη άλλαξε όταν βρήκε το πανωφόρι που φορούσε ο πατέρας του. Εκείνο που άναψε τον σπινθήρα για να μάθει ποιός ήταν ο Σπάρτακος, ο πατέρας που έχασε. Αναζητώντας την ταυτότητα του πατέρα του ανακάλυψε ότι δεν ήταν ο άχρηστος πατέρας που του δηλητηρίαζαν το μυαλό του τόσα πολλά  χρόνια Οι αποκαλύψεις τον ατσάλωσαν  και άλλαξαν το χαρακτήρα του. Δεν είναι επιτηδευμένη αυτή η ανατροπή, ούτε ο κόσμος που έχτισε γύρω η συγγραφέας. Τουλάχιστον στην ελληνική επαρχία τα έχουμε ακούσει και ζήσει.

“Στην πρωτεύουσα του νομού μας ξέρω πως υπάρχουν κάποιοι Κουτσογλαίοι. Το κακό μας παρακλάδι κατοικεί εκεί. Στον Εμφύλιο το σόι χωρίστηκε στα δύο. Η καλή και η κακή η φάρα. Η καλή έμεινε εδώ και υπέφερε τα πάνδεινα , η κακή πήγε στη μεγάλη πόλη και χάθηκε μέσα στα πλούτη της. Μαύρα λεφτά, μαυραγορίτες...” Σ' αυτή τη παράγραφο πιστεύω ότι η συγγραφέας ήθελε να δώσει στον αναγνώστη το κλίμα του Εμφυλίου που ολόκληρες οικογένειες είχαν χωριστεί στα δυο και δυστυχώς σε πολλά μέρη το ζούμε μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω πότε και αν θα σβήσει  αυτό το μίσος. Δεν ξέρω αν οι απόγονοι σβήσουν ποτέ αυτό το μίσος χωρίς όμως να σβήσουν αυτό το κομμάτι της ιστορίας.

Δεν δίνει στον αναγνώστη μασημένη τροφή, δεν του αποκαλύπτει, τον αφήνει να κάνει το ταξίδι του, να αναρωτηθεί γι αυτά τα σύμβολα και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Σε όλα τα βιβλία της έχει χρησιμοποιήσει συμβολισμούς που δίνουν το κάτι ξεχωριστό στη πλοκή της ιστορίας. Το κουνέλι, οι Παναγίες, το μεγάλο πεύκο χρησιμοποιούνται έντεχνα για να τον οδηγήσουν σε λύσεις και προβληματισμούς. Το μεγάλο πεύκο που χρησιμοποιεί η συγγραφέας ως συμβολισμό, τελικά το ήθελε πελώριο για να παλεύει με τους αέρηδες και να υποκλίνεται στη δύναμη της φύσης ή ως κουρτίνα αποκρύπτοντας τον κόσμο του σπιτιού από τον έξω κόσμο; Η συγγραφέας χρησιμοποίησε το πεύκο και αργότερα, όταν ανδρώθηκε ο Άγης, για να δείξει την μεγάλη ανατροπή στη ζωή του. Στο “Χνάρι που δεν έσβησε” θαύμασα τη δύναμη και την αποφασιστικότητα του Άγη να ξεδιαλύνει τη ζωή του πατέρα του, να τον “ανεβάσει” ηθικά στα μάτια όλων και να βρει τα δικά του χνάρια. Έκανε την επανάσταση του όπως άρμοζε ως γιος του Σπάρτακου. Αισθάνθηκα ότι οι ψίθυροι στα αυτιά του, ο αγώνας που έκανε για την εικόνα του πατέρα του ικανοποίησαν τη ψυχή του. Πιστεύω ότι ποτέ θα επέτρεπε η συγγραφέας να σβήσουν τα χνάρια του Σπάρτακου. Πιστεύω ότι δεν θα ήθελε να σβήσει τις χαρακιές από τη ψυχή του Έπρεπε να ζήσει τους ψιθύρους και να παλέψει γι αυτούς. Μήπως τελικά βρήκαμε τον εαυτό μας μέσα από αυτούς τους ήρωες; Μήπως ανακαλύψαμε κι εμείς τις κουρτίνες που βάζουμε  μπροστά μας για να κρύψουμε τους φόβους μας στα τόσα χρόνια που μας επέβαλλαν να ζούμε με τον τρόπο που ήθελαν οι άλλοι.

Τελικά “Αν κόψεις από ένα πουλί τα φτερά δεν θα ξαναπετάξει“.

Καλοτάξιδο το μυθιστόρημα σου Νοέλ Μπάξερκαι πιστεύω ότι οι αναγνώστες θα βρουν τα δικά τους χνάρια διαβάζοντας το.