Προτάσεις βιβλίων

«Η μπουγάδα» της Μάρως Κερασιώτη

«Εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, είχαμε όλοι μια αισιοδοξία. Γιατί με την Κατοχή και τον Εμφύλιο τα ’χαμε δει όλα. Εννοώ όλα τα φριχτά, τα φοβερά και τ’ ανάποδα. Είχαμε δει ανθρώπους, χειρότερα κι από ζώα, να ψοφάνε από την πείνα. Χαφιέδες να κάνουνε λεφτά και να γίνονται από λίγδες αφεντικά. Αδερφούς να σκοτώνονται μεταξύ τους. Τους Φρίτσιδες να φεύγουνε σα δαρμένοι σκύλοι. Και τελευταίο και καλύτερο τους Συμμάχους να κάνουνε κουμάντο στην Ελλάδα. Σ’ εμάς που δεν είμαστε αριστοκράτες για να φοβόμαστε τον ξεπεσμό, «πατριώτες» για να μας τιμήσει η δόλια πατρίδα, αριστεροί να μας στείλουνε διακοπές στα ξερονήσια, πλούσιοι να μας υπολογίσουνε αλλά ούτε και «μορφωμένοι για να φιλοσοφήσουμε» έφτανε κάτι μικρό όπως ένα φράγκο στην τσέπη κι ένα γεμάτο στομάχι για να φαίνονται όλα ρόδινα. Είχαμε μάθει από τη μάνα μας να τη βγάζουμε αόρατοι, να λουφάζουμε μέχρι να περάσει η μπόρα και μετά, με το σπίτι μας στην πλάτη, να σερνόμαστε σαν τα σαλιγκάρια μέχρι εκεί που έφτανε το σάλιο μας. Όμως οι καταστάσεις γινήκανε πιο μεγάλες απ’ τα κότσια μας κι αν εμείς –από σκέτη τύχη- την είχαμε βγάλει καθαρή, τώρα τα πράγματα φαινόσαντε να ’χουν αλλάξει».Η Αλεξάνδρα, πλύστρα μιας ολόκληρης γειτονιάς στη Μεταπολεμική Αθήνα που αλλάζει πρόσωπο, χτίζει τη ζωή της παίρνοντας υλικά από κάθε μέρα που τη βρίσκει ζωντανή.

Ο αγαπημένος συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης έγραψε για την «Μπουγάδα» «Σε μια εποχή που η βιβλιαγορά κατακλύζεται από δακρύβρεχτους αφηγητές παντός είδους ,σπανίζουν οι συγγραφείς που επιλέγουν να διηγηθούν απλά και έντιμα τις ιστορίες τους. Για το λόγο αυτό, όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με νηφάλια πρόζα θυμάται το μέλημα της λογοτεχνίας να αναπαράγει πιστά το δραματικό τόνο των γεγονότων. Η Μάρω Κερασιώτη στην «Μπουγάδα» της επιλέγει την ιδιόλεκτο των μη προνομιούχων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, προκειμένου να περιγράψει τον κόσμο τους που γίνεται και δικός μας, όπως συμβαίνει πάντοτε με τα καλά μυθιστορήματα. Η μονοδιάστατη αφήγηση της Αλεξάνδρας χτίζει σελίδα με τη σελίδα τις αναγνωστικές μας εντυπώσεις. Αυτή η εμβληματική πλύστρα μιας Αθήνας που αλλάζει πρόσωπο μετά τον πόλεμο, δανείζεται ατόφια υλικά από την ασήμαντη  καθημερινότητα.
Η συγγραφέας σκηνοθετεί σοφά κάθε επεισόδιο, κρατώντας το ενδιαφέρον μας μέχρι την τελευταία σελίδα. Μέσα από απλοϊκές καταστάσεις αναδεικνύεται ένα ολόκληρο κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο για το οποίο η Κερασιώτη αποφεύγει να εκφράσει άποψη, μένοντας στη θέση του παρατηρητή. Η αθυροστομία ωστόσο της πρωταγωνίστριας αποτελεί από μόνη της εξέγερση, όπως και η εξ συστήματος αβελτηρία του γιου της. Οι λαϊκοί άνθρωποι, εντέλει, φλερτάρουν πάντα με την ιδέα της κοινωνικής διαμαρτυρίας για τις αδικίες και τα βάσανα μιας ζωής προαποφασισμένης από τους λίγους.
Οι μυθιστοριογράφοι δεν δικαιούνται να ασκήσουν ευθέως κριτική κατά παντός υπευθύνου και αυτό το γνωρίζει καλά η συγγραφέας της «Μπουγάδας». Διαθέτουν όμως το ανατρεπτικό εργαλείο της γλώσσας και το αναμφίλεκτο προνόμιο να σκηνοθετούν τη δράση των ηρώων τους ούτως ώστε να μην αφήνουν στο τέλος καμία αμφιβολία για το ποιος αξίζει να αναδιφά το παρελθόν. Είναι αλήθεια ότι μπροστά σε μυθιστορήματα όπως αυτό αναρωτιέται κανείς σε τι χρησιμεύει ακόμα η επίσημη Ιστορία, αφού δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να βουτήξει στα βαθιά και να μιλήσει με όρους ανθρώπινους για τα ανθρώπινα. Η «Μπουγάδα» της Μάρως Κερασιώτη είναι ένα κερδισμένο στοίχημα για την αφηγηματική εντιμότητα και την ακεραιότητα του συγγραφέα έναντι των ηρώων του και του κόσμου που οραματίστηκε. »

Σας το συστήνω….και δεν θα το μετανιώσετε….