Προτάσεις βιβλίων

Να ονειρευτώ ξανά

Η συγγραφέας Ιφιγένεια Τέκου μετά από τις «Θάλασσες μας χώρισαν», επανέρχεται ξανά με τις εκδόσεις Διόπτρα και μας ταξιδεύει στο νέο της βιβλίο στην αντίπερα όχθη της Ελλάδας, στο Ιόνιο, στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Όχι τόσο συνηθισμένοι τόποι στα λογοτεχνικά ταξίδια μας. Με γεύσεις και αρώματα, κουλτούρα και καθημερινές συνήθειες μας οδηγεί σε τόπους που η ιστορία έχει το δικό της πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να κουράζει γιατί μαζί με τον μύθο που περίτεχνα μπλέκει μαζί της μας φτάνει στην κορύφωση. Η συγγραφέας με τη επτανήσια τραγουδιστή ντοπιολαλιά που χρησιμοποιεί μας μεταφέρει πότε στα γραφικά καντούνια της Κέρκυρας, στα Μουράγια και στο Λιστόν και πότε στο όμορφο Τζάντε, στα χρόνια της Κατοχής. Μέσα από τις σελίδες του θα βρούμε γνωστές ιταλικές λέξεις που μας άφησαν στο πέρασμα τους οι Ιταλοί κατακτητές της πατρίδας μας.

Ας πάρουμε την ιστορία όμως από την αρχή. Ξεκινά από την Κέρκυρα, τον Σεπτέμβριο του 1943. Ανήμερα της εορτής του Σταυρού που ο ουρανός της Κέρκυρας φλέγεται από τα γερμανικά βομβαρδιστικά που δείχνουν τα δόντια τους πάνω από την πόλη. Κατέστρεψαν περιουσίες και χάθηκαν ανθρώπινες ζωές. Τέσσερις γυναίκες μονοπώλησαν τα συναισθήματα μας διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Η Μαργαρίτα, η Ρουμπίνα, η Διονυσία και η Στυλιανή, που περιπλανήθηκαν στα δυο αυτά νησιά παίζοντας η μοίρα τους το δικό της παιχνίδι. Ζωές που η μοίρα, ο πόλεμος και ο σεισμός αναστάτωσε και έστησε ένα ατέλειωτο παιχνίδι έρωτα, πόνου, απώλειας! 

Πληγωμένες ζωές που η φαντασία και η μαεστρία της πένας της συγγραφέως τις ταλαιπώρησε αρκετά μα αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει ο αναγνώστης τις ανατροπές και την λύτρωση που απλόχερα προσφέρει στο τέλος. Ως σκακίστρια η συγγραφέας κινεί τους φανταστικούς ήρωες σε μια μεγάλη σκακιέρα. Τους έβαλε να κονταροχτυπιούνται μα και να λυτρώνονται. Είδαμε την Μαργαρίτα που βρήκε το θάρρος να το σκάσει μακριά από το δεσποτικό Φίλιππο Φούρο που ενώ της είχε προσφέρει έναν άνετο γάμο για την τότε εποχή δεν άντεξε στο τέλος την συμπεριφορά του και τις φιλογερμανικές του ενέργειες σε καιρό πολέμου, πείνας και φτώχιας. Ενώ ο Φούρος αγκαλιαζόταν με τους Γερμανούς, η Μαργαρίτα βοηθούσε τους συνανθρώπους της αποδεικνύοντας ότι η ίδια δεν είχε ανάμειξη στις βρώμικες δουλειές του άνδρα της.

Όμως αλλεπάλληλα περιστατικά όπως όταν μια γυναίκα πέταξε το ψωμί που έδωσε η Μαργαρίτα στο παιδί της λέγοντας «Τέτοιο ψωμί δεν το θέλουμε. Καλύτερα να πεθάνουμε παρά να γευτούμε έστω κι ένα τρέβουλο»  δηλαδή το ψίχουλο, την ανάγκασαν να το αποφασίσει πιο γρήγορα να δραπετεύσει.  Μπήκε σε νέες περιπέτειες, κινδυνεύοντας τη ζωή της και κατέληξε να γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο του αντιστασιακού Γιάννη Μαρτέζου, ενεργού μέλους του αντιστασιακού ΕΑΜ Λευκίμης. Τον ερωτεύτηκε ανάμεσα στα χαλάσματα, τις φωτιές και το θάνατο. Η Μαργαρίτα δεν ήξερε πιο πριν τι σήμαινε έρωτας, όμως πλάι στο Γιάννη έμαθε να λέει «σε χρειάζομαι γιατί σ’ αγαπώ». Τα όνειρά τους πήραν μια απρόβλεπτη τροπή. Δεν άργησε να ξημερώσει εκείνη η μέρα που τον στερήθηκε, που χάθηκε απροειδοποίητα αφήνοντας την με ένα μωρό στην κοιλιά, χωρίς η ίδια να το έχει αντιληφθεί.

Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής η συγγραφέας με ζωντανές και σκληρές περιγραφές μας βάζει συμμέτοχους στην τραγωδία που ζει ο λαός μας. Συλλήψεις και φρικιαστικά εγκλήματα, το πώς δρούσαν οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες. Μας μετέφερε εικόνες από τη πείνα στο νησί και μας μίλησε για την Αμερικάνικη βοήθεια που έριχναν παπούτσια, σοκολάτες, ψωμί, κονσέρβες, κουβέρτες και ρούχα στα χωράφια. Μας έβαλε θεατές στις ομαδικές εκτελέσεις και γίναμε μάρτυρες της φρικτής προδοσίας. Διαβάζοντας το, οι νεότεροι αναγνώστες μαθαίνουν για την σκοτεινή πλευρά των «Ελλήνων», για τη κουκούλα και το δάχτυλο. Από τους αδίστακτους Έλληνες λοιπόν που μπροστά στο προσωπικό οικονομικό συμφέρον δεν υπολογίζουν τίποτε όπως ο Φουρός, μας γνωρίζει παρακάτω ότι ο Γιάννης συνελήφθη αφού δεν προτίμησε να μαρτυρήσει τους συντρόφους του αντιστασιακούς, ότι προτίμησε να βασανιστεί και να κινδυνεύσει να πεθάνει. Προτίμησε να μην προδώσει τα ιδανικά του και τους φίλους του. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν. 

Η Μαργαρίτα κυνηγημένη εμφανίζεται στη ζωή της Εβραίας Ρουμπίνας που με τον πατέρα της ήθελαν προστατεύσουν την Μαργαρίτα. Όμως και στους Εβραίους της Κέρκυρας η μοίρα τους έπαιξε το σκληρό παιχνίδι. Λίγο πριν τη συγκέντρωση των Εβραίων στο Φρούριο της Κέρκυρας και την αναγκαστική φυγάδευση της Ρουμπίνας στη Ζάκυνθο έδωσαν όρκο να βρεθούν ξανά. Ο μικρός γιος της Ρουμπίνας, Σάββας, μένει στα χέρια της ετοιμόγεννης πια Μαργαρίτας και θα τον μεγαλώσει σώζοντας τον από το Άουσβιτς. Στη Ζάκυνθο η Ρουμπίνα θα ερωτευτεί, θα κάνει φιλίες, θα ζήσει τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953, αναζητώντας πάντα τη φίλη της και το γιο της, οι οποίοι μετά τον πόλεμο έφυγαν από την Κέρκυρα. Όταν αναγνωρισμένη πια ζωγράφος η Μαργαρίτα γυρνά στο νησί ως Νταίζη Μαθιουδάκη θα βρεθεί αντιμέτωπη με το παρελθόν της που δεν θέλω να το αποκαλύψω ώστε να ζήσουν οι αναγνώστες όλες τις ανατροπές που θα συμβούν.

Ομολογώ πώς τον Γιάννη Μαρτέζο τον συμπάθησα περισσότερο από όλους τους άλλους ήρωες για την αγωνιστικότητα μα και για την τρυφερότητα που έδειξε απέναντι στη Μαργαρίτα. Μου άρεσε που σεβάστηκε τη ζωή της, που δεν ήθελε να την ταράξει όταν έμαθε ότι είναι παντρεμένη στην Αθήνα. Όταν όμως γύρισε στο νησί, χήρα πια προσπαθούσε και της έδινε συνεχώς σημάδια της ύπαρξης του με τα τσαντσαμίνια, τα λουλούδια που είχαν συνδεθεί με τον έρωτα τους ώσπου τα κατάφερε.

Μας μιλά για τον κοινωνικό αποκλεισμό μιας ανύπαντρης κοπέλας που μένει έγκυος αλλά και για τη πραγματική στήριξη της μητέρας Φλώρας προς τη κόρη της Στυλιανής που πηγαίνει σε άλλο μέρος προκειμένου να προστατεύσει τη κόρη της. Σπάνια συμπεριφορά για την εποχή εκείνη μα και σήμερα η κοινωνία παραμένει σκληρή μπροστά σε αυτές τις κοπέλες. Για κακή τύχη της Στυλιανής, η μητέρα της, το στήριγμα της, κάηκε στο εργοστάσιο ελαιουργίας και η Στυλιανή αναγκάζεται να δώσει το παιδί της ώστε να ζήσει το ίδιο μια άνετη ζωή όπως της υποσχέθηκαν και να μπορεί η ίδια να δουλέψει για την επιβίωση της. Κι εκεί πληροφορούμαστε για τις παράνομες υιοθεσίες της εποχής προκειμένου να μην γίνει γνωστό το γεγονός. Τα χρήματα ήταν και είναι πάντα η δύναμη να αποκτήσεις ένα παιδί άσχετα αν δεν μπορείς να του δώσεις την αγάπη και το χάδι. Πώς θα δεχόταν άλλωστε η μικρή κοινωνία ένα μούλικο παιδί;

Τον Φίλιππο Φουρό τον λυπήθηκα αλλά στο τέλος που δεν θα αποκαλύψω. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει και οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κερδίζοντας τον αναγνώστη. Η αγωνία δεν έχει τέλος και οι σελίδες διαβάζονται με γρήγορο ρυθμό. Ο αναγνώστης δε θέλει να το αφήσει από τα χέρια του αφού οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές του κρατούν το χέρι και τον οδηγούν στα σκοτεινά μονοπάτια του. 25 δύσκολα και ανατρεπτικά χρόνια πέρασαν διψασμένα και αχόρταγα από τα μάτια μου. Διαβάζοντας το αισθανόμουν ότι οι ήρωες της κρατούσαν τη πένα και όλη η πλοκή και χαρακτήρες χύθηκαν και άπλωσαν τη ψυχή τους στις σελίδες του από τη πρώτη στιγμή. Σαν να γεννήθηκαν μέσα της όπως ένα όνειρο.

Η αστείρευτη πλοκή θαρρείς πώς βγήκε αβίαστα όπως και οι χαρακτήρες που σε πείθουν για τα αληθινά και αγνά αισθήματα τους. Μετά από όλα τα συνταρακτικά γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή των ηρωίδων η συγγραφέας μας έφερε την ελπίδα που λυτρώνει και ανακουφίζει. Που μας δίνει δύναμη να χαμογελάσουμε, που μετά τα στραπάτσα που έχει ο καθένας μας μπορεί να βγει ο ήλιος και να πούμε «κι αυτό θα περάσει, όπως και τα άλλα», και πως είναι γραφτό να περάσουμε και τις δοκιμασίες. 

Αν δεν κυνηγήσεις αυτό που θέλεις και μάλιστα γρήγορα τότε θα μετανιώσεις μια ζωή για την δειλία σου. Ο πηλός αν δεν δαρθεί κέραμος δεν γίνεται.

Είναι τελικά όλα πιθανά στη ζωή; Μπορεί να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στα όνειρα;

Καλοτάξιδο Ιφιγένεια Τέκου το νέο σου βιβλίο και ελπίζω οι αναγνώστες σου να νιώσουν αυτή την ελπίδα παίρνοντας δύναμη από τους ήρωες σου. Ότι τα όνειρα δεν πρέπει να τα φυλακίζουμε, ούτε να τα δαμάζουμε μα πρέπει να τ’ αφήνουμε λεύτερα και να πετούν. Όλα μπορούν να γίνουν δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία σε όλους μας.

 

Δημοσιεύθηκε στο bookia